Οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι σκέφτεται «σοβαρά» την αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από το ΝΑΤΟ, χαρακτηρίζοντας τη Συμμαχία «χάρτινη τίγρη», δεν είναι μια ακόμη υπερβολή της ημέρας. Σύμφωνα με το Reuters, ο Αμερικανός πρόεδρος συνέδεσε ανοιχτά αυτή τη σκέψη με τη δυσαρέσκειά του απέναντι στους συμμάχους για τη στάση τους απέναντι στις αμερικανικές επιχειρήσεις κατά του Ιράν. Με άλλα λόγια, το ζήτημα έπαψε να είναι θεωρητικό: μπήκε στο τραπέζι ως πραγματικό ενδεχόμενο διεθνούς ανατροπής.
Θεσμικά, ένα ΝΑΤΟ χωρίς ΗΠΑ θα μπορούσε να συνεχίσει να υπάρχει. Η ίδια η Συνθήκη του Βορείου Ατλαντικού, στο Άρθρο 13, προβλέπει ότι κάθε κράτος-μέλος μπορεί να αποχωρήσει με προειδοποίηση ενός έτους. Άρα η αμερικανική έξοδος δεν θα σήμαινε αυτομάτως διάλυση της Συμμαχίας. Θα σήμαινε όμως κάτι ίσως πιο σοβαρό: ότι ο οργανισμός θα έχανε τον βασικό πυλώνα πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε η αξιοπιστία του από το 1949 μέχρι σήμερα.
Το πρώτο που θα άλλαζε δραματικά θα ήταν η ισορροπία ισχύος. Τα επίσημα στοιχεία του ΝΑΤΟ για το 2025 δείχνουν ότι οι συνολικές αμυντικές δαπάνες της Συμμαχίας φτάνουν περίπου τα 1,423 τρισ. δολάρια, ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες και ο Καναδάς αντιστοιχούν σε περίπου 561 δισ. δολάρια. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να σηκώνουν περίπου το 60% του συνολικού αμυντικού βάρους. Ναι, οι Ευρωπαίοι δαπανούν πλέον πολύ περισσότερα απ’ ό,τι πριν από λίγα χρόνια. Όμως ακόμη δεν αποτελούν το κέντρο βάρους της Συμμαχίας.
Το δεύτερο, και ίσως πιο κρίσιμο, είναι ότι δεν λείπουν μόνο τα αμερικανικά χρήματα. Λείπουν οι δυνατότητες που δεν αντικαθίστανται εύκολα. Αναλύσεις του CSIS επισημαίνουν ότι οι ευρωπαϊκές χώρες παραμένουν υπερβολικά εξαρτημένες από τις ΗΠΑ σε καίριους τομείς όπως ο εναέριος ανεφοδιασμός, οι στρατηγικές αερομεταφορές, οι πληροφορίες και η επιτήρηση, η διοίκηση και ο έλεγχος αεροπορικών επιχειρήσεων, η αντιπυραυλική άμυνα και ο κυβερνοχώρος. Ακόμη και σε προηγούμενες επιχειρήσεις του ΝΑΤΟ, όπως στη Λιβύη, οι Ευρωπαίοι χρειάστηκαν αμερικανική στήριξη σε ISR, C2 και aerial refueling (εναέριος ανεφοδιασμός). Άρα το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσα ξοδεύεις, αλλά τι είσαι πραγματικά ικανός να κάνεις όταν ξεσπάσει κρίση υψηλής έντασης.
Αυτό σημαίνει ότι ένα ΝΑΤΟ χωρίς ΗΠΑ δεν θα ήταν αυτομάτως ανύπαρκτο, αλλά θα ήταν πιο βαρύ, πιο αργό και πολύ πιο ευάλωτο στα πρώτα στάδια μιας σύγκρουσης. Θα διέθετε στρατούς, αεροπορίες, ναυτικές δυνάμεις και βιομηχανική βάση, αλλά θα του έλειπε ο «νευρικός ιστός» της υπερδύναμης: οι δορυφορικές δυνατότητες, τα συστήματα διοίκησης, η άμεση στρατηγική μεταφορά δυνάμεων, η τεράστια εφοδιαστική αλυσίδα και η βεβαιότητα ότι πίσω από το Άρθρο 5 βρίσκεται η Ουάσιγκτον με όλο της το βάρος. Χωρίς αυτή τη βεβαιότητα, η αποτροπή θα γινόταν αυτομάτως λιγότερο καθαρή.
Υπάρχει και ένα ακόμη, ακόμη πιο βαθύ ζήτημα: η πυρηνική αποτροπή. Αν φύγουν οι ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ θα χάσει τον βασικό φορέα της εκτεταμένης πυρηνικής ομπρέλας του. Τότε η Ευρώπη θα πρέπει να αποφασίσει αν μπορεί να στηριχθεί περισσότερο στη γαλλική και βρετανική πυρηνική ισχύ ή αν χρειάζεται μια εντελώς νέα αρχιτεκτονική αποτροπής. Και αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι το σημείο όπου η θεωρία της «ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας» συγκρούεται με την ακριβή, δύσκολη και πολιτικά εκρηκτική πραγματικότητα.
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι τα ίδια τα ευρωπαϊκά δεδομένα δείχνουν πως μια τέτοια μετάβαση είναι μεν δυνατή, αλλά όχι χωρίς βαρύ κόστος και πολυετή προσπάθεια. Το IISS εκτιμά ότι για να μπορέσει το ευρωπαϊκό σκέλος του ΝΑΤΟ να αντικαταστήσει τις αμερικανικές συμβατικές δυνατότητες που θεωρούνται αναγκαίες για την άμυνα της ηπείρου, θα απαιτούνταν περίπου 1 τρισ. δολάρια σε ορίζοντα 25ετίας. Μόνο η αντικατάσταση του αμερικανικού στρατιωτικού αποτυπώματος θα είχε επιπλέον ετήσιο κόστος δισεκατομμυρίων. Δηλαδή: το «ΝΑΤΟ χωρίς ΗΠΑ» δεν είναι αδύνατο ως σχήμα, αλλά είναι αδύνατο ως φθηνή λύση.
Κι εδώ κρύβεται η μεγαλύτερη αλήθεια που φέρνουν στην επιφάνεια οι δηλώσεις Τραμπ. Η Ευρώπη τα τελευταία χρόνια αύξησε τις αμυντικές της δαπάνες και κινείται προς μεγαλύτερη στρατιωτική ωρίμανση. Όμως η ασφάλειά της εξακολουθεί να βασίζεται σε μια αμερικανική εγγύηση που για δεκαετίες θεωρούνταν αυτονόητη. Αν αυτή πάψει να είναι αυτονόητη, τότε η Ευρώπη δεν θα χρειαστεί απλώς περισσότερα κονδύλια. Θα χρειαστεί πολιτική ενοποίηση, κοινές προμήθειες, βιομηχανική επιτάχυνση, κοινή στρατηγική κουλτούρα και ηγεσίες έτοιμες να πάρουν αποφάσεις που μέχρι σήμερα ανέβαλλαν.
Το συμπέρασμα είναι καθαρό. Χωρίς τις ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ δεν θα εξαφανιζόταν από τον χάρτη. Θα επιβίωνε ως θεσμός, αλλά θα έχανε το βασικό του νόημα όπως το γνωρίζαμε. Θα ήταν μια Συμμαχία περισσότερο ευρωπαϊκή, αλλά λιγότερο βέβαιη· περισσότερο αυτόνομη στα χαρτιά, αλλά πολύ πιο εκτεθειμένη στην πράξη μέχρι να ξαναχτίσει όσα επί δεκαετίες παρείχε η Αμερική. Κι ίσως αυτό να είναι το πιο ανησυχητικό στοιχείο της υπόθεσης: ότι ο Τραμπ μπορεί να χρησιμοποιεί ωμή γλώσσα, αλλά αναγκάζει την Ευρώπη να κοιτάξει κατάματα ένα ερώτημα που απέφευγε συστηματικά, αν μπορεί πράγματι να υπερασπιστεί τον εαυτό της χωρίς τον αμερικανικό ώμο.








