Ένα επίθετο ήταν αρκετό για να σημάνει συναγερμό. Στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του για το 2026, ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ επανέλαβε τη δέσμευση του Πεκίνου για «εθνική επανένωση» με την Ταϊβάν, αποφεύγοντας όμως τον όρο «ειρηνική» που συνόδευε διαχρονικά τη ρητορική της κινεζικής ηγεσίας. Η σημειολογική αυτή μετατόπιση ήρθε να συμπληρωθεί από στρατιωτικές κινήσεις που έδωσαν στο μήνυμα σαφές και απτό περιεχόμενο.
Η φραστική μετατόπιση του Σι
«Οι συμπατριώτες και στις δύο πλευρές των Στενών της Ταϊβάν συνδέονται με δεσμούς αίματος πιο πυκνούς από το νερό και η ιστορική τάση προς την εθνική επανένωση δεν μπορεί να σταματήσει», δήλωσε ο Σι Τζινπίνγκ, σύμφωνα με το κρατικό πρακτορείο Xinhua. Η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στην ειρηνική φύση αυτής της επανένωσης δεν πέρασε απαρατήρητη, ιδιαίτερα σε μια συγκυρία κατά την οποία η ένταση στην περιοχή βρίσκεται σε διαρκή άνοδο.
Το πολιτικό μήνυμα συνοδεύτηκε άμεσα από πράξεις. Το Πεκίνο προχώρησε αιφνιδιαστικά σε διήμερες στρατιωτικές ασκήσεις με πραγματικά πυρά πέριξ της Ταϊβάν, εμπλέκοντας πυραυλικά συστήματα, αεροσκάφη και πολεμικά πλοία. Σύμφωνα με αναλυτές, οι ελιγμοί προσομοίαζαν αποκλεισμό βασικών λιμένων του νησιού, σενάριο που θεωρείται κρίσιμο σε περίπτωση σύγκρουσης.
Πρόκειται για τον έκτο μεγάλο γύρο κινεζικών στρατιωτικών ασκήσεων από το 2022, όταν η επίσκεψη της τότε προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων των ΗΠΑ, Νάνσι Πελόζι, στην Ταϊπέι προκάλεσε έντονη αντίδραση του Πεκίνου.
Η Ουάσινγκτον, το Τόκιο και το νέο «καμπανάκι»
Αυτή τη φορά, η ένταση πυροδοτήθηκε από τη σχεδιαζόμενη πώληση αμερικανικών όπλων στην Ταϊβάν, αλλά και από δηλώσεις της ιαπωνικής πρωθυπουργού ότι το Τόκιο θα μπορούσε να παρέμβει σε περίπτωση κινεζικής επίθεσης. Η υπό διαμόρφωση συμφωνία με τις ΗΠΑ, αξίας άνω των 11 δισ. δολαρίων, αποτελεί τη μεγαλύτερη πώληση οπλικών συστημάτων που έχει γίνει ποτέ προς την Ταϊβάν και περιλαμβάνει πυραύλους, μη επανδρωμένα αεροσκάφη, συστήματα πυροβολικού και προηγμένο στρατιωτικό λογισμικό.
Η Ταϊπέι έχει ήδη ανακοινώσει ειδικό αμυντικό προϋπολογισμό ύψους 40 δισ. δολαρίων, ο οποίος θα υλοποιηθεί την περίοδο 2026-2033. Κεντρικό στοιχείο του σχεδίου αποτελεί η ανάπτυξη ενός πολυεπίπεδου συστήματος αεράμυνας, γνωστού ως «Taiwan Dome», με δυνατότητες ανίχνευσης και αναχαίτισης προηγμένων απειλών. Ο πρόεδρος Λάι Τσινγκ-τε έχει δεσμευθεί να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ, επικαλούμενος τον αυξανόμενο κίνδυνο κινεζικής εισβολής.
Το ιστορικό αδιέξοδο
Η Ταϊβάν, πρώην ιαπωνική αποικία, κυβερνάται ανεξάρτητα από την ηπειρωτική Κίνα από το 1949, μετά την επικράτηση των κομμουνιστών στον κινεζικό εμφύλιο. Παρά τη de facto απόσχιση, καμία από τις δύο πλευρές δεν την αναγνωρίζει επίσημα: το Πεκίνο θεωρεί την Ταϊβάν αναπόσπαστο τμήμα της επικράτειάς του, ενώ η Ταϊπέι εξακολουθεί να αυτοπροσδιορίζεται ως «Δημοκρατία της Κίνας».
Το δόγμα της «Μίας Κίνας» αποτελεί σημείο διεθνούς συναίνεσης, με το Πεκίνο να προειδοποιεί ότι οποιαδήποτε τυπική ανακήρυξη ανεξαρτησίας συνιστά αιτία πολέμου. Για τις ΗΠΑ, αν και το δόγμα δεν αμφισβητείται ανοιχτά, η υπεράσπιση της Ταϊβάν θεωρείται κρίσιμη για τη διατήρηση της αμερικανικής αξιοπιστίας στην Ασία.
Η απάντηση του Λάι και η οργή του Πεκίνου
Στο δικό του πρωτοχρονιάτικο μήνυμα, ο πρόεδρος της Ταϊβάν τόνισε ότι «η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί αν ο λαός της Ταϊβάν έχει την αποφασιστικότητα να υπερασπιστεί τον εαυτό του». Δήλωσε αποφασισμένος να ενισχύσει την εθνική άμυνα και την κοινωνική ανθεκτικότητα, προωθώντας έναν συνολικό μηχανισμό αποτροπής.
Η αντίδραση του Πεκίνου ήταν άμεση. Ο εκπρόσωπος του Γραφείου Υποθέσεων Ταϊβάν χαρακτήρισε τον Λάι «σαμποτέρ της ειρήνης και πολεμοκάπηλο», επαναλαμβάνοντας ότι «η Ταϊβάν είναι μέρος της Κίνας». Την ίδια στιγμή, το αντιπολιτευόμενο Κουόμιντανγκ στην Ταϊβάν διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με το Πεκίνο, επιδιώκοντας πιο ήπιους τόνους.
Η αμερικανική διπλωματία και το ερώτημα Τραμπ
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ κάλεσε την Κίνα σε αυτοσυγκράτηση και ουσιαστικό διάλογο, υπογραμμίζοντας την αντίθεση των ΗΠΑ σε μονομερείς αλλαγές του status quo μέσω βίας ή εξαναγκασμού. Την ίδια ώρα, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε καθησυχαστικός, δηλώνοντας ότι δεν ανησυχεί για τις κινεζικές ασκήσεις και επικαλούμενος την «εξαιρετική» σχέση του με τον Σι Τζινπίνγκ.
Το ερώτημα που παραμένει ανοιχτό είναι αν το Πεκίνο θα εκλάβει αυτή τη στάση ως ένδειξη διπλού παιχνιδιού, σε μια περίοδο όπου οι σινοαμερικανικές σχέσεις επιχειρούν να επανέλθουν σε τροχιά διαλόγου μετά από έναν παρατεταμένο εμπορικό πόλεμο. Σε κάθε περίπτωση, η παράλειψη μιας λέξης φαίνεται να έχει προσθέσει νέο βάρος σε μια από τις πιο επικίνδυνες γεωπολιτικές εξισώσεις του πλανήτη.
Διαβάστε επίσης:
CNN για δίκη Μαδούρο: Τα 6 σημεία – κλειδιά για την υπεράσπισή του – Οι δυσκολίες για τις ΗΠΑ
Νέο παραλήρημα Τραμπ: «Χωρίς εμένα η Ρωσία θα είχε όλη την Ουκρανία»











