Ο κόσμος συγκλονίζεται από μία νέα και πολύ σοβαρή πολεμική σύγκρουση με αβέβαιη χρονική διάρκεια και έκβαση. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, όπως ήταν αναμενόμενο, έχει προκαλέσει έντονες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές. Οι δείκτες οικονομικών προσδοκιών και οικονομικής εμπιστοσύνης σε όλο τον κόσμο μειώνονται, ενώ παράλληλα οι τιμές της ενέργειας αυξάνονται, προκαλώντας έντονες πληθωριστικές πιέσεις.
Κατά γενική παραδοχή, η ένταση και η διάρκεια του πολέμου είναι αυτές που θα κρίνουν το εύρος και τις προεκτάσεις του προβλήματος. Τυχόν παράταση των εχθροπραξιών θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε ακόμη υψηλότερες τιμές στα βασικά αγαθά, στα τρόφιμα, στις υπηρεσίες και στις πρώτες ύλες, με το φάντασμα του στασιμοπληθωρισμού να πλανάται πάνω από τις διεθνείς αγορές.
Σε μία παγκοσμιοποιημένη οικονομία η αλματώδης άνοδος στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου ανεβάζει το κόστος παραγωγής και μεταφοράς των προϊόντων, μειώνοντας αισθητά το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Παράλληλα ιδιώτες και επιχειρήσεις καλούνται να πληρώσουν πολύ ακριβότερα ανελαστικές δαπάνες όπως η θέρμανση, τα καύσιμα και το ηλεκτρικό ρεύμα.
Περαιτέρω, η εφοδιαστική αλυσίδα πλήττεται καίρια, όχι μόνο εξαιτίας της αύξησης του κόστους των καυσίμων για τις οδικές μεταφορές, αλλά ιδίως σε ό,τι αφορά στις θαλάσσιες μεταφορές. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το de facto κλείσιμο των στενών του Ορμούζ και οι αναταραχές στην Ερυθρά Θάλασσα έχουν οδηγήσει σε ραγδαία άνοδο τόσο των ναύλων όσο και των ασφαλίστρων, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η διακίνηση βασικών προϊόντων και να έχει παραλύσει μία σειρά εμπορικών και βιομηχανικών δραστηριοτήτων.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα εργοστάσια χημικών, που αδυνατούν να συνεχίσουν την απρόσκοπτη λειτουργία τους, λόγω της εξάρτησής τους από τα πετροχημικά προϊόντα που ευδοκιμούν στην επίμαχη περιοχή. Οι βασικές ελλείψεις πρώτων υλών σε συνδυασμό με την εκτόξευση του ενεργειακού κόστους, έχουν ήδη οδηγήσει πολλές εταιρείες του κλάδου είτε να μειώσουν την παραγωγή ή ακόμη και να αναστείλουν τη δραστηριότητά τους.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, εάν η κρίση παραταθεί για διάστημα άνω των τριών μηνών, οι αυξήσεις θα επεκταθούν στο σύνολο των αγαθών και των υπηρεσιών, οδηγώντας σε σημαντική αύξηση του πληθωρισμού. Μάλιστα αυτό θα συμβεί σε μια περίοδο που ο κόσμος δεν είχε ακόμη προλάβει να συνέλθει από τις σωρευτικές ανατιμήσεις που ακολούθησαν την ενεργειακή κρίση με αφορμή τον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας.
Οι απόψεις των περισσότερων αναλυτών συγκλίνουν στο ότι σε περίπτωση παρατεταμένης σύρραξης, ο πληθωρισμός θα αυξηθεί έως 1%, ενώ το ευρωπαϊκό ΑΕΠ θα επιβραδυνθεί από 0,5% έως 1%. Σε ακόμη χειρότερα σενάρια, αρκετές οικονομίες θα απειλούνταν να γυρίσουν σε ύφεση.
Είναι αυτονόητο ότι καμία οικονομία δεν μπορεί να μείνει αλώβητη απέναντι σε μία τόσο βαθιά και πολύπλευρη κρίση. Όμως ο βαθμός επηρεασμού κάθε οικονομίας εξαρτάται από τη δημοσιονομική κατάσταση, το παραγωγικό μοντέλο και τις ενεργειακές πηγές κάθε χώρας. Η πατρίδα μας καλείται να αντιμετωπίσει αυτή τη νέα μεγάλη πρόκληση από ισχυρή θέση, γιατί δεν είναι πια η Ελλάδα του 2019. Με το νοικοκύρεμα που έχει επιτευχθεί η ελληνική οικονομία αναβαθμίστηκε από τους οίκους αξιολόγησης, επανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα και σήμερα παράγει πλεονάσματα, διακρίνεται για δημοσιονομική σταθερότητα και μπορεί να στηρίξει την κοινωνία σε έκτακτες καταστάσεις.
Είναι χαρακτηριστικό ότι σήμερα η Ελλάδα δανείζεται φθηνότερα σε σύγκριση με μεγάλες και ισχυρές οικονομίες όπως οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Ιταλία.
Εξίσου σημαντική είναι η αποκατάσταση του διεθνούς κύρους της πατρίδας μας, καθώς από “μαύρο πρόβατο” της Ευρώπης τα προηγούμενα χρόνια, έχει πλέον εξελιχθεί σε πρωταγωνιστή και συνδιαμορφωτή των ευρωπαϊκών εξελίξεων. Από τις δραματικές εξελίξεις και τον κίνδυνο εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ το 2015, σήμερα έχουμε τον Έλληνα Υπουργό Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη Πρόεδρο του Eurogroup. Καθοριστικό ρόλο σε αυτήν τη μεταστροφή για τη χώρα μας διαδραμάτισε προσωπικά ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης με τις διεθνείς επαφές του, που οδήγησαν σε μία σειρά νέων σημαντικών συμμαχιών.
Μάλιστα η κυβέρνηση της ΝΔ, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας βρέθηκε αντιμέτωπη με σειρά αλλεπάλληλων κρίσεων, τις οποίες διαχειρίστηκε με σοβαρότητα και αποτελεσματικότητα.
Μετά τη νέα κρίση στη Μέση Ανατολή πρωταρχικό μέλημα είναι να προστατευθούν οι πιο ευάλωτες ομάδες και να μην υπάρξουν φαινόμενα αισχροκέρδειας στην αγορά. Σε αυτήν την κατεύθυνση ελήφθησαν ήδη έκτακτα μέτρα με την επιβολή πλαφόν στο περιθώριο κέρδους για την αγορά καυσίμων και 61 βασικών αγαθών διαβίωσης, ενώ η κυβέρνηση δεσμεύθηκε ότι θα προχωρήσει σε νέα μέτρα στήριξης των πολιτών, εφόσον οι συνθήκες το επιβάλλουν.
Ένα σημείο αδυναμίας για την ελληνική οικονομία είναι η σχετικά υψηλή εξάρτηση της χώρας μας από τις εισαγωγές, όμως αυτό αποτελεί μία διαχρονική παθογένεια, που γίνεται πιο αισθητή σε περιόδους διεθνών αναταράξεων.
Μετά τις δραματικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, ένα εξαιρετικά σημαντικό κεφάλαιο για τη χώρα μας αποτελεί η πορεία του ελληνικού τουρισμού, ο οποίος έρχεται από μια χρονιά-ρεκόρ, με εισπράξεις που ξεπέρασαν τα 23 δις ευρώ. Από τη μία πλευρά η πατρίδα μας είναι ασφαλής προορισμός και μπορεί να επωφεληθεί απορροφώντας πολλές κρατήσεις από δημοφιλείς ανταγωνιστικούς προορισμούς που βρίσκονται κοντά στην εμπόλεμη ζώνη. Όμως από την άλλη πλευρά η αύξηση των αεροπορικών και των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων, σε συνδυασμό με τη γεωπολιτική αβεβαιότητα, ενδέχεται να λειτουργήσουν αποτρεπτικά για πολλούς τουρίστες.
Τα πάντα θα εξαρτηθούν από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων, που όλοι ευχόμαστε να τελειώσουν το συντομότερο δυνατό, γιατί όσο διαρκούν, πάνω απ’ όλα χάνονται ανθρώπινες ζωές.








