Υπάρχει μια παλιά ελληνική συνήθεια: να αντιμετωπίζουμε τους πολέμους της Μέσης Ανατολής σαν κάτι ανάμεσα σε μακρινό δελτίο ειδήσεων και εξωτικό εφιάλτη. Να τους παρακολουθούμε από τον καναπέ με εκείνο το γνώριμο ύφος του «ναι, τραγικό, αλλά ευτυχώς όχι εδώ». Μόνο που ο πόλεμος στο Ιράν δεν είναι από αυτούς που μένουν ευγενικά στη γειτονιά τους. Δεν είναι μια φωτιά πίσω από τον λόφο. Είναι μια κρίση που, πριν καν καταλάβεις τις γεωπολιτικές λεπτομέρειες, έχει ήδη αρχίσει να ψάχνει θέση στην αντλία, στον λογαριασμό ρεύματος, στο αεροπορικό εισιτήριο και στην ασφάλεια των πλοίων που κουβαλούν τη μισή παγκόσμια νευρικότητα.
Για την Ελλάδα, το θέμα δεν είναι απλώς αν ξεσπά ένας ακόμη πόλεμος σε μια μόνιμα εύφλεκτη περιοχή. Το θέμα είναι ότι η χώρα αυτή έχει την ατυχία – και ενίοτε την τύχη – να βρίσκεται πάντα λίγο πιο κοντά απ’ όσο θα ήθελε στις μεγάλες αναταράξεις. Είμαστε ναυτιλιακή δύναμη, τουριστική οικονομία, ενεργειακά εξαρτημένη χώρα, μέλος της Δύσης, παίκτης της Ανατολικής Μεσογείου και, ταυτόχρονα, μια κοινωνία που μόλις πήγε να πάρει μια ανάσα από τα αλλεπάλληλα σοκ της τελευταίας πενταετίας. Κι έρχεται τώρα το Ιράν να υπενθυμίσει ότι η Ιστορία δεν πιστεύει ιδιαίτερα στις ανάσες. Ας αρχίσουμε από εκεί που πονάει περισσότερο: τη θάλασσα. Για την Ελλάδα, τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι ένα δυσπρόφερτο τοπωνύμιο που βάζουν οι διεθνολόγοι σε χάρτες. Είναι ένα στενό απ’ όπου περνούν φορτία, συμβόλαια, ασφάλιστρα, ρίσκα και, σε πολύ μεγάλο βαθμό, τα νεύρα της παγκόσμιας οικονομίας. Από εκεί διακινείται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας θαλάσσιας μεταφοράς πετρελαίου, ενώ τις τελευταίες ώρες η κίνηση στην περιοχή έχει πληγεί σοβαρά, με καθυστερήσεις, εγκλωβισμούς και εκτίναξη του κινδύνου για τα τάνκερ. Κι επειδή η Ελλάδα δεν είναι απλώς μια χώρα με καράβια αλλά η μεγαλύτερη ναυτιλιακή δύναμη στον κόσμο σε όρους χωρητικότητας, ο κίνδυνος αυτός δεν είναι «διεθνής». Είναι και πολύ ελληνικός.
Εκεί αρχίζει και το λιγότερο ποιητικό, αλλά πιο αληθινό μέρος της ιστορίας: οι τιμές. Το πετρέλαιο πήρε την ανηφόρα με τρόπο που κάνει ακόμα και τους συνηθισμένους κυνικούς να ανασηκώνουν φρύδι, ενώ οι κυβερνήσεις των μεγάλων οικονομιών ψάχνουν τρόπους να συγκρατήσουν το σοκ. Για την Ελλάδα, που δεν έχει ακριβώς την πολυτέλεια να παίζει αδιάφορη με τις ενεργειακές κρίσεις, αυτό μεταφράζεται σε μια πολύ απλή και πολύ αντιπαθητική προοπτική: ακριβότερα καύσιμα, νέα πίεση στις μεταφορές, αναζωπύρωση του πληθωρισμού και, φυσικά, ακόμη ένα πλήγμα στην ψευδαίσθηση ότι «τα χειρότερα πέρασαν». Γιατί στην Ελλάδα τα χειρότερα δεν περνούν ποτέ εντελώς. Απλώς αλλάζουν ρούχα και ξανάρχονται από άλλη πόρτα.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, υπάρχει και ο τουρισμός, αυτό το εθνικό μας υποκατάστατο στρατηγικού σχεδίου. Η Ελλάδα ζει, κινείται, αισιοδοξεί και αυτοθαυμάζεται σε μεγάλο βαθμό μέσα από τα νούμερα του τουρισμού. Μόνο που ο τουρισμός είναι ένα εξαιρετικά ευαίσθητο πλάσμα: αγαπά την ασφάλεια, μισεί την αβεβαιότητα και τρομάζει εύκολα με τις λέξεις «πόλεμος», «πυραυλική απειλή», «αναδρομολόγηση πτήσεων» και «εκτίναξη καυσίμων». Αν θέλει κανείς να δει το ποτήρι μισογεμάτο, μπορεί να πει ότι κάθε φορά που η ευρύτερη γειτονιά φλέγεται, η Ελλάδα κερδίζει πόντους ως το «λογικό νησί κανονικότητας» της περιοχής. Δεν είναι παράλογο: για τον Ευρωπαίο ταξιδιώτη που θέλει ήλιο χωρίς γεωπολιτικό πονοκέφαλο, η Ελλάδα μοιάζει πολύ ασφαλέστερη επιλογή από πιο εκτεθειμένους προορισμούς της ευρύτερης Μέσης Ανατολής, ενώ μέχρι στιγμής η αγορά δεν καταγράφει ακυρώσεις οργανωμένων ταξιδιών προς τη χώρα και οι επαγγελματίες παρακολουθούν μεν στενά την κρίση, χωρίς όμως να βλέπουν ακόμη κάμψη στις κρατήσεις. Όμως εδώ τελειώνει η αισιοδοξία και αρχίζει η πραγματικότητα: η Ελλάδα μπορεί να κερδίσει μόνο όσο θεωρείται ασφαλές υποκατάστατο, όχι αν η κρίση κάνει ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο να μοιάζει ασταθής ή αν το ακριβότερο πετρέλαιο και οι αεροπορικές αναταράξεις αποθαρρύνουν συνολικά τα ταξίδια. Και επειδή ήδη οι τιμές πετρελαίου έχουν εκτιναχθεί, τα αεροπορικά πιέζονται και η Aegean έχει επεκτείνει τις ακυρώσεις προς σειρά προορισμών της περιοχής, το «η Ελλάδα θα βγει κερδισμένη» ακούγεται προς το παρόν περισσότερο ως ελπίδα της αγοράς παρά ως ασφαλές συμπέρασμα. Κι όταν ζεις από το καλοκαίρι, κάθε διεθνής αναταραχή είναι λίγο σαν να βλέπεις σύννεφα πάνω από τη μπουγάδα σου: μπορεί να μην έρθει η καταιγίδα, αλλά κανείς δεν χαλαρώνει.
Υπάρχει, βέβαια, και η άλλη πλευρά. Η Ελλάδα δεν είναι μόνο θύμα των κρίσεων. Είναι και ένας από τους χώρους όπου οι κρίσεις αυτές αποκτούν πρακτική σημασία για τη Δύση. Η χώρα έχει ενισχύσει τον ρόλο της ως ενεργειακή πύλη, με υποδομές LNG και με αυξημένη σημασία στη νοτιοανατολική ευρωπαϊκή ασφάλεια εφοδιασμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι ξαφνικά γίναμε ενεργειακή υπερδύναμη, ας μην τρελαθούμε κιόλας. Σημαίνει όμως ότι κάθε φορά που η Μέση Ανατολή φλέγεται, η γεωγραφία μας ξαναβρίσκει αξία, ακόμη κι αν εμείς επιμένουμε να τη θυμόμαστε μόνο σε πανηγυρικούς λόγους και επετειακές φωτογραφίες. Και ύστερα έρχεται η εξωτερική πολιτική, αυτό το πεδίο όπου στην Ελλάδα αρέσκεται ο καθένας να μιλά σαν να είναι μισός Κίσινγκερ και μισός καφενειακός σχολιαστής. Η Αθήνα δεν έχει την πολυτέλεια της ουδετερότητας, ούτε όμως και την άνεση της ρητορικής υπερέντασης. Είναι χώρα της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, έχει σαφείς συμμαχίες, έχει σχέσεις με Ισραήλ και αραβικό κόσμο, έχει συμφέρον να εμφανίζεται σταθερή, αξιόπιστη και χρήσιμη. Με απλά λόγια: πρέπει να είναι με τη σωστή πλευρά, χωρίς να μοιάζει με ενθουσιώδη μαθητή που σηκώνει πρώτος το χέρι σε κάθε κλιμάκωση. Η κινητοποίηση του υπουργείου Εξωτερικών για τους Έλληνες στην περιοχή δείχνει το άμεσο καθήκον. Το μεγαλύτερο όμως ζήτημα είναι άλλο: αν η Ελλάδα μπορεί να κεφαλαιοποιήσει τον ρόλο της ως πυλώνα σταθερότητας ή αν απλώς θα αρκεστεί, ξανά, στο να περιγράφει τη σημασία της χωρίς να την ασκεί πραγματικά.
Η αλήθεια είναι πως ο πόλεμος στο Ιράν δεν θα έρθει στην Ελλάδα με τη μορφή που φαντάζεται συνήθως η λαϊκή φαντασία. Δεν θα φτάσει με στολές και ερπύστριες. Θα φτάσει πιο ελληνικά: με τιμές που τσιμπάνε, με αγορές που νευριάζουν, με πλοία που ασφαλίζονται ακριβότερα, με πτήσεις που αλλάζουν, με τουρίστες που διστάζουν, με μια νέα διεθνή πίεση πάνω σε μια χώρα που έχει μάθει να ζει μονίμως λίγο πάνω από το όριο της κόπωσής της. Κι αυτό είναι ίσως το πιο ειλικρινές συμπέρασμα: η Ελλάδα δεν είναι στο επίκεντρο του πολέμου, αλλά είναι απολύτως μέσα στις συνέπειές του. Οπότε όχι, ο πόλεμος στο Ιράν δεν είναι μακριά. Είναι ήδη εδώ. Στο λιμάνι, στην αντλία, στο εισιτήριο και – όπως συμβαίνει πάντα σε αυτή τη χώρα – σε εκείνη τη δυσάρεστη στιγμή που αντιλαμβάνεσαι ότι η γεωπολιτική δεν είναι κεφάλαιο βιβλίου, αλλά κάτι που πληρώνεται τελικά στο ταμείο.








