Του Χαράλαμπου Ζιάβρα*
Εν έτει 2026 στην Ελλάδα και δεκαεπτά χρόνια μετά την έναρξη της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, λέξεις όπως «επένδυση», «χρηματιστήριο», «ομόλογα» και «μετοχές» εξακολουθούν να απουσιάζουν από τις καθημερινές συζητήσεις των Ελλήνων. Για τον μέσο πολίτη, παραμένουν συνδεδεμένες με μια εμπειρία απώλειας· σαν ένας οδηγός που τραυματίστηκε σοβαρά σε ένα ατύχημα και διστάζει ακόμη και μετά από χρόνια να οδηγήσει ξανά. Είναι, όμως, εύλογο να συγκρίνουμε τη σημερινή εποχή με εκείνη της περιόδου 2008–2009, δεδομένης της τεχνολογικής και θεσμικής-γνωστικής προόδου που διέπει τον τομέα των αγορών χρήματος;
Είναι πράγματι αξιοσημείωτη αυτή η πρόοδος, ειδικά όσον αφορά την τεχνολογία. Η αγορά ενός χρηματοοικονομικού τίτλου, από διαδικασία ημερών και με την αναγκαία μεσολάβηση τρίτων τις δεκαετίες του ’90 και του ’00, έχει μετατραπεί σήμερα σε υπόθεση λίγων πατημάτων στην οθόνη ενός κινητού τηλεφώνου. Ως αποτέλεσμα, η επένδυση παύει να θεωρείται πολυτέλεια προσβάσιμη μόνο στα «μεγάλα κεφάλαια». Ένας δεκαοκτάχρονος μπορεί πλέον να κατέχει πολύ μικρό μέρος μιας εισηγμένης εταιρείας με επένδυση στη μετοχή της ακόμη και του ενός ευρώ, να την παρακολουθεί, να ενημερώνεται για τις
εξελίξεις γύρω από αυτή και, ανά πάσα στιγμή, να τη ρευστοποιήσει μέσω μίας από τις σύγχρονες ψηφιακές πλατφόρμες χρηματιστηριακής μεσιτείας.
Υπάρχουν, όμως, εξίσου σημαντικά σημεία θεσμικού μετασχηματισμού. Η πραγματικότητα της «ελεύθερης αγοράς χωρίς φίλτρα» και ό,τι επήλθε αυτής κλόνισαν τις αρμόδιες ρυθμιστικές και εποπτικές αρχές, με αποτέλεσμα σήμερα τα πλαίσια εποπτείας να είναι αυστηρότερα, οι απαιτήσεις διαφάνειας αυξημένες και να δίνεται έμφαση σε κανόνες, αναφορές και ελέγχους. Επιπλέον, η πληροφορία είναι πλέον διαθέσιμη και κοινή: η ενημέρωση των επενδυτών, η προστασία του καταναλωτή και η διαθεσιμότητα των επενδυτικών προϊόντων αποτελούν θεσμικές προτεραιότητες. Οι πλατφόρμες μεσιτείας έχουν μεριμνήσει για την προστασία του μικρού επενδυτή, παρέχοντάς του βασικές γνώσεις σχετικά με τα προϊόντα, το ρίσκο τους και τις δυνατότητές τους. Παράλληλα, γίνεται διαχωρισμός των επενδυτικών προφίλ, περιορίζοντας τον αρχάριο από αυθαίρετες πρακτικές.
Τέλος, έχει συντελεστεί μετατόπιση της ευθύνης και της επενδυτικής κουλτούρας. Παλαιότερα, οι επενδυτές έπρατταν βάσει των συμβουλών του χρηματιστή τους· σήμερα, η ευθύνη έχει μεταφερθεί στον ίδιο τον επενδυτή και, κατ’ επέκταση, στην ενημέρωση, την κρίση και την τεκμηρίωση. Σε καμία περίπτωση, όμως, μια ώριμη αγορά δεν συνεπάγεται τέλεια αγορά.
Και τώρα το ερώτημα κρίσεως: μπορεί ο μέσος Έλληνας το 2026 να εντάξει την επένδυση στην καθημερινότητά του; Με μια πρώτη σκέψη, η αυθόρμητη απάντηση είναι αρνητική. Ωστόσο, αυτή η ταχεία απάντηση δεν πηγάζει απαραίτητα από έλλειψη οικονομικής δυνατότητας, αλλά κυρίως από έλλειψη διαθεσιμότητας — με την έννοια της απουσίας βασικών γνώσεων και πληροφόρησης. Γνωρίζει, άραγε, ο μέσος Έλληνας τι είναι ο πληθωρισμός, πώς αυτός ευθύνεται για τη σταδιακή μείωση της αγοραστικής του δύναμης και γιατί τα μετρητά που παραμένουν αδρανή σε έναν τραπεζικό λογαριασμό δεν προστατεύονται από αυτή τη φθορά; Το ζήτημα, τελικά, δεν έγκειται στο ύψος του κεφαλαίου που δύναται να αποταμιεύσει κανείς, αλλά στο γεγονός ότι συχνά αγνοεί τις βασικές οικονομικές δυνάμεις που επηρεάζουν την αξία του χρήματός του. Σε αυτό το πλαίσιο, ακόμη και μικρές, συνειδητές επενδυτικές κινήσεις, όπως καλάθια
χρηματοοικονομικών προϊόντων, μπορούν να αποτελέσουν ένα πρώτο βήμα — όχι προς τον πλουτισμό, αλλά προς τη διατήρηση και τη σταδιακή οικοδόμηση οικονομικής ανθεκτικότητας.
Συνοψίζοντας, οι επενδύσεις στην Ελλάδα του 2026 δεν αποτελούν ούτε εύκολη υπόθεση – λόγω των οικονομικών πιέσεων και της έλλειψης απαιτούμενης γνώσης – ούτε αυτονόητη επιλογή – λόγω του πολιτισμικού και ψυχολογικού βάρους του παρελθόντος. Είναι, όμως, μια ρεαλιστική δυνατότητα μέσα σε ένα περιβάλλον που έχει δεχθεί ριζικές και ουσιαστικές αλλαγές, τόσο τεχνολογικά όσο και θεσμικά. Επιστρέφοντας στο παράδειγμα με τον οδηγό, παρότι τα οχήματα διαθέτουν πλέον περισσότερα συστήματα ασφαλείας, οι δρόμοι είναι καλύτερα σηματοδοτημένοι και ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας αυστηρότερος, ο δισταγμός δεν εξαφανίζεται αυτομάτως· απαιτεί χρόνο, εξοικείωση και σταδιακή επαναφορά της
εμπιστοσύνης.
Επομένως, παρά τις πιέσεις της καθημερινότητας, την ακρίβεια και τους χαμηλούς μισθούς, η επένδυση παύει να είναι προνόμιο των λίγων και μετατρέπεται σε εργαλείο σταδιακής προσαρμογής και οικονομικής ανθεκτικότητας. Δεν απαιτεί μεγάλα κεφάλαια, αλλά συνείδηση, ενημέρωση και υπομονή. Σε μια εποχή αβεβαιότητας, το γεγονός ότι ο μέσος πολίτης μπορεί πλέον να συμμετέχει — όσο του επιτρέπεται — στις αγορές χρήματος συνιστά μια ήσυχη αλλά ουσιαστική μορφή προόδου. Και αυτή, ίσως, είναι η πιο αισιόδοξη διαπίστωση για το μέλλον.
*Ο Χαράλαμπος Ζιάβρας είναι απόφοιτος του τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, με ειδίκευση στα Λογιστικά & Χρηματοοικονομικά
Διαβάστε επίσης:
Fed: Πάγωμα επιτοκίων με φόντο επίμονο πληθωρισμό
Συναγερμός στο κέντρο της Αθήνας: Ύποπτο όχημα έξω από την Τράπεζα της Ελλάδος
Χρηματιστήριο Αθήνων: Ράλι με τζίρο-ρεκόρ άνω των 700 εκατ. λόγω MSCI











