Η επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών τα τελευταία χρόνια συνιστά μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής. Η διεύρυνση της χρήσης POS, η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών, η λειτουργία της πλατφόρμας myDATA και η υποχρεωτικότητα των ψηφιακών συναλλαγών έχουν διαμορφώσει ένα νέο περιβάλλον μεγαλύτερης διαφάνειας στην αγορά.

Τα αποτελέσματα είναι μετρήσιμα: η ραγδαία αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών ενίσχυσε σημαντικά τα δημόσια έσοδα, πρωτίστως σε επίπεδο ΦΠΑ. Η Ελλάδα κατόρθωσε σε σύντομο χρονικό διάστημα να συρρικνώσει δραστικά το «κενό ΦΠΑ» – δηλαδή τη διαφορά από τα θεωρητικά έσοδα ΦΠΑ που θα έπρεπε βάσει της οικονομικής δραστηριότητας να εισπράξει το κράτος και τα πραγματικά έσοδα που εισπράττει από το ΦΠΑ – προσεγγίζοντας έτσι τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και καταγράφοντας μία από τις πλέον εντυπωσιακές βελτιώσεις στην Ευρώπη. Αποδεικνύεται, συνεπώς, ότι το ψηφιακό αποτύπωμα των συναλλαγών διευκολύνει το έργο του ελεγκτικού μηχανισμού περιορίζοντας σημαντικά την απόκρυψη εσόδων.

Ωστόσο, η φοροδιαφυγή δεν έχει εξαλειφθεί, καθώς το πρόβλημα δεν είναι αμιγώς τεχνολογικό. Η παραβατικότητα προσαρμόζεται και βρίσκει διέξοδο σε μορφές που το ηλεκτρονικό χρήμα δεν μπορεί να εντοπίσει αυτόματα, όπως η αδήλωτη εργασία, οι εικονικές δαπάνες, οι υποτιμολογήσεις και οι περίπλοκες συναλλακτικές πρακτικές. Καθίσταται σαφές ότι η τεχνολογία, μολονότι πολύτιμο εργαλείο, δεν αποτελεί από μόνη της πανάκεια για την καθολική φορολογική συμμόρφωση.

Εδώ ακριβώς αναδεικνύεται μια θεσμική αντίφαση: Ενώ η Πολιτεία επενδύει συνεχώς στην ψηφιακή επιτήρηση των συναλλαγών, επιτρέπει όμως ακόμη την υποβολή φορολογικών εντύπων και οικονομικών αποτελεσμάτων από επιχειρήσεις χωρίς την υπογραφή αδειούχου λογιστή – φοροτεχνικού. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι τα φορολογικά δεδομένα υποβάλλονται σε ένα εξαιρετικά σύνθετο σύστημα χωρίς να έχει προηγηθεί ο απαραίτητος επιστημονικός και επαγγελματικός έλεγχος.

Είναι προφανές ότι από τη μία πλευρά αυξάνονται δραματικά οι ψηφιακές απαιτήσεις και ο κίνδυνος επιβολής προστίμων, και από την άλλη δεν κατοχυρώνεται νομοθετικά ο κλάδος που καλείται καθημερινά να εφαρμόσει και να ελέγξει αυτό ακριβώς το πλαίσιο συμμόρφωσης.

Παράλληλα, ο καταιγισμός νέων ψηφιακών υποχρεώσεων μεταφράζεται σε δυσβάσταχτο διοικητικό και λειτουργικό κόστος για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Οι συνεχείς τεχνικές αλλαγές στις πλατφόρμες, οι δυσλειτουργίες των συστημάτων και οι ασφυκτικές προθεσμίες δημιουργούν ένα εξαιρετικά πιεστικό περιβάλλον για την πραγματική οικονομία.

Μπροστά σε αυτή τη σύνθετη πραγματικότητα, ο ρόλος του λογιστή – φοροτεχνικού αναδεικνύεται πιο κρίσιμος από ποτέ, προκειμένου να αποτραπούν δαπανηρά λάθη και να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση των επιχειρήσεων στα νέα δεδομένα.

Η ουσιαστική αντιμετώπιση του φαινομένου της φοροδιαφυγής απαιτεί ένα ολιστικό σχέδιο. Απαιτείται ένα σταθερό φορολογικό πλαίσιο, στοχευμένοι ελεγκτικοί μηχανισμοί, δραστική μείωση της γραφειοκρατίας και, πάνω απ’ όλα, η πλήρης και ουσιαστική θεσμική αξιοποίηση του αδειούχου λογιστή – φοροτεχνικού ως του κατεξοχήν επιστημονικού εγγυητή της ορθής φορολογικής λειτουργίας.