Οι ελληνογερμανικές οικονομικές σχέσεις διανύουν μία πολύ θετική περίοδο. Όπως προκύπτει από την πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ που εκπονήθηκε για λογαριασμό του Ελληνογερμανικού Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου, η Γερμανία παρέμεινε στην πρώτη θέση των εισαγωγών της Ελλάδας, ενώ αντίστροφα είναι ο δεύτερος σημαντικότερος προορισμός για τις ελληνικές εξαγωγές. Οι ελληνικές εξαγωγές διαμορφώθηκαν στα €3,7 δισεκ. το 2025, έναντι €3,4 δισεκ. το 2024, ενώ οι εισαγωγές γερμανικών προϊόντων έφτασαν τα €9,1 δισεκ.

Η θέση του γερμανικού επιχειρείν με έδρα την Ελλάδα είναι ισχυρή: Τα συνολικά κεφάλαια από άμεσες γερμανικές επενδύσεις, διαμορφώνονται στα €8,9 δισ. ή αλλιώς 3,7% του ελληνικού ΑΕΠ. Σε όρους απασχόλησης, η συνολική συνεισφορά των γερμανικών επιχειρήσεων το 2024 υπερβαίνει τις 103.000 θέσεις εργασίας, που αντιστοιχούν στο 2% της συνολικής απασχόλησης. Κάθε θέση εργασίας στις επιχειρήσεις της κοινότητας στηρίζει επιπλέον 2,4 θέσεις εργασίας στην ελληνική οικονομία, με το συνολικό πολλαπλασιαστή απασχόλησης να διαμορφώνεται σε 3,4. Τα δημόσια έσοδα από φόρους και εισφορές ξεπερνούν ετησίως τα €2,5 δισ.

Τα πολύ θετικά αυτά μεγέθη δεν προέκυψαν από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι απόρροια του κτισίματος μιας ειλικρινούς, διαχρονικής και κυρίως ανταποδοτικής διμερούς σχέσης, στο πλαίσιο προφανώς και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σήμερα βιώνουμε μία περίοδο αβεβαιότητας, που ανάλογή της – όπως έχει πει ο επιφανής ιστορικός Christopher Clark – έχουμε να δούμε από την αρχή του 20ου αιώνα. Κρίση με διαστάσεις γεωπολιτικές, ενεργειακές, οικονομικές και βεβαίως πολεμικές. Σε αυτό το αβέβαιο περιβάλλον οι οικονομίες επιβιώνουν μόνο εφόσον επιδείξουν προσαρμοστικότητα και εφόσον διαθέτουν κρίσιμο μέγεθος. Και τα δύο είναι ζητούμενα για την Ευρώπη.

Η Γερμανία αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη κρίση της μεταπολεμικής της ιστορίας: Αναδιαρθρώνει την παραγωγή της, αλλάζει το ενεργειακό της μίγμα, περικόπτει δαπάνες, επενδύει σημαντικά στις δημόσιες υποδομές και την άμυνα. Η Ελλάδα έζησε τη δική της περιπέτεια πριν λίγα μόλις χρόνια και κατάφερε μετά από σκληρή δοκιμασία, να αποτελέσει, κατά γενική ομολογία, πρότυπο ανάκαμψης για την Ευρώπη. Και αξίζει κανείς να υπογραμμίσει, ότι Ελλάδα και Γερμανία διατήρησαν τους παραδοσιακούς δεσμούς οικονομικής συνεργασίας τους ακόμη και στις περιόδους κρίσεων.

Σήμερα, διανοίγονται προοπτικές σε νέα πεδία συνεργασίας, όπως η αμυντική βιομηχανία, οι εξορύξεις και η παραγωγή μεταλλουργικών πρώτων υλών, η ανακύκλωση και αξιοποίηση απορριμμάτων και η πράσινη ενέργεια, με έμφαση στην αποθήκευση ενέργειας από ΑΠΕ και στα συστήματα ενεργειακής διαχείρισης.

Οι επενδυτικές αυτές ευκαιρίες έχουν εντοπιστεί εδώ και καιρό από το Ελληνογερμανικό Επιμελητήριο, το οποίο είναι πάντα έτοιμο να στηρίξει κάθε νέα επενδυτική πρωτοβουλία από πλευράς Γερμανίας, όπως και νέες εξωστρεφείς δράσεις ελληνικών επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στη Γερμανία.

Ζούμε μία περίοδο που γεννά ερωτήματα και ανησυχίες. Παρ’ όλ’ αυτά είμαι αισιόδοξος, επειδή πιστεύω ότι η Ευρώπη -και φυσικά η Ελλάδα και η Γερμανία- θα βρει τον δρόμο της μέσα από διάλογο, συναινέσεις και συνεργασίες, στοιχεία που αποτελούν αναπόσπαστα χαρακτηριστικά μίας δημοκρατικής κοινωνίας που αναζητά οικονομικά αποδοτικές και κοινωνικά επωφελείς λύσεις. Κι ακόμη επειδή πιστεύω, για να επανέλθω στον Christopher Clark, ότι οι ηγεσίες της Ευρώπης δεν θα υπνοβατήσουν για άλλη μία φορά.