Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, ο πόλεμος που ακολούθησε και που διαρκεί πια τέσσερα χρόνια, ήταν ένα σοκ για τις δυτικές ευρωπαϊκές κοινωνίες. Το σοκ οφείλεται σε δύο κυρίως λόγους: ο πρώτος είναι ότι μετά από 80 χρόνια στρατιωτικής και αμυντικής εξασφάλισης κάτω από τις φτερούγες των ΗΠΑ, επανήλθαν οι σκέψεις για το απόλυτο κακό με δεδομένη τη νέα διαμόρφωση του πλανητικού σκηνικού.
Οι ΗΠΑ μετά τον πόλεμο των Δημοκρατικών του Μπάιντεν δια αντιπροσώπων, υπό τον Τραμπ είναι απασχολημένοι με το να αποφύγουν τον δικό τους εμφύλιο πόλεμο, και με το πως θα λύσουν τα προβλήματα της εξωτερικής πολιτικής μέσω οικονομικών συμφωνιών, οι Κινέζοι εκμεταλλεύονται τις δυσκολίες της Ρωσίας για να διεισδύσουν σε αυτήν, και οι «πρόθυμοι» Ευρωπαίοι προετοιμάζονται για μια σύγκρουση με τη Μόσχα. Ο δεύτερος είναι ότι η πραγματικότητα έχει διαψεύσει ολοκληρωτικά το ιδρυτικό αφήγημα της ΕΕ περί της εγγενούς ειρηνικότητας του ευρωπαϊκού μορφώματος, της μη ύπαρξης εχθρών, και άρα της μη ανάγκης ευρωπαϊκού αμυντικού αποτρεπτικού μηχανισμού (προσοχή ευρωπαϊκού και όχι αυτό που γίνεται σήμερα δηλαδή ενίσχυση των εθνικών στρατών και κυρίως της Γερμανίας).
Οι δύο παραπάνω λόγοι θα μπορούσαν να έχουν προκαλέσει (δεν προκύπτει όμως) πραγματικά έναν αναστοχασμό για το πως μπορεί να αντιστραφεί αυτή η εξέλιξη. Δυστυχώς οι εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ήπειρο, παρά τα όσα κατά καιρούς υποστηρίζεται -παντελώς ψευδώς- καθορίζονται από τις εκάστοτε επιλογές των μεγάλων παικτών της με βάση το πλαίσιο ελευθερίας και περιορισμών που προέκυπτε σε τελευταία ανάλυση από τις ΗΠΑ. Στη φάση που διανύουμε φαίνεται ότι το συγκεκριμένο πλαίσιο εκλείπει για να μην υποστηριχθεί ότι έχει μεταβληθεί σε άκρως δυσμενές για τις ισχυρές χώρες της Ευρώπης.
Η Γηραιά Ήπειρος διάγει μια περίοδο όπου η αβεβαιότητα συνεχώς αυξάνεται. Το ζήτημα είναι ότι αυτό που ονομάζεται Ευρώπη συντίθεται από σειρά εθνικών κρατών τα οποία – ειδικά εκείνα που αποτελούν μεσαίες και μικρομεσαίες δυνάμεις ισχύος εντός της Ευρώπης- προφανώς στην παρούσα φάση αισθάνονται ότι δεν κρατούν τη μοίρα τους στα δικά τους χέρια. Το επικίνδυνο είναι ότι αισθάνονται ότι δεν την κρατά κανείς ώστε να τρέξουν προς αυτόν ώστε να μειωθεί η ένταση της αβεβαιότητας.
Υπάρχει επίσης κάτι που αυξάνει την ανησυχία τους, πρόκειται για την πολεμοχαρή ρητορική από τη μεριά των ονομαζόμενων «προθύμων», η οποία καθίσταται ακόμη πιο παράδοξη δεδομένης της αδυναμίας να κερδηθεί επί του πεδίου ο διεξαγόμενος πόλεμος. Η πολεμοχαρής ρητορική των «προθύμων» ούτε τρομάζει τους Ρώσους ούτε επιβραδύνει την κατάρρευση όσων έχουν απομείνει από την Ουκρανία. Εκείνο που προσφέρουν, αυτές οι ρητορείες δεν είναι τίποτε περισσότερο από την αποφυγή της διπλωματίας των διαπραγματεύσεων. Οι διαπραγματεύσεις που διεξάγει ο Τραμπ με τον Ζελένσκι (για την Ουκρανία) και τον Πούτιν (για γενικότερα ζητήματα και με ολίγη Ουκρανία ) δεν επιβραδύνουν τη ρωσική επίθεση ή την ουκρανική καταστροφή, την οποία θα αντιμετωπίσουν οι ευρωπαϊκές χώρες για μερικές γενιές. Καμία Ευρωπαϊκή χώρα δεν έχει σχέδιο εκεχειρίας. Το σύνθημα «δίκαιη ειρήνη» που φωνάζουν οι «πρόθυμες» ευρωπαϊκές αρχηγεσίες στην ουσία το μόνο νόημα που έχει είναι αυτό της ατέρμονης συνέχισης του πολέμου. Η σωστή πλευρά της ιστορίας είναι μια απατηλή αξιολογική φιλελεύθερη άποψη που στερείται οποιασδήποτε πολιτικής λογικής. Εξάλλου ο φιλελευθερισμός ελάχιστα έχει σχέση με την πολιτική. Η σωστή πλευρά της ιστορίας είναι αυτή που ρεαλιστικά επιλέγεται προκειμένου να υποστηριχθούν τα ίδια συμφέροντα.
Είναι περισσότερο από επείγον ο απαιτούμενος αναστοχασμός που θα πρέπει να επιδιώξει ένα σχέδιο διαπραγμάτευσης προκειμένου να βρεθεί λύση που θα διατηρήσει την Ευρώπη αξιοπρεπώς στο χώρο των δυνάμεων που έχουν κάποιο λόγο στα πλανητικά δρώμενα αλλά κυρίως σε αυτά που διαδραματίζονται στην αυλή της.
Εξάλλου οι διαπραγματεύσεις και οι συμφωνίες κατά τη διάρκεια ενός πολέμου διεξάγονται μεταξύ εχθρών!!! Για την Ελλάδα περισσότερο από ποτέ χρειάζεται μια γενναία αντιστάθμιση της μέχρι τώρα ασκούμενης εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Αλλά το ερώτημα είναι ποιος θα τολμήσει κατ’ αρχάς – εννοώ τα αντιπολιτευόμενα κόμματα- να θέσουν το θέμα; Προφανώς μέχρι τώρα ασχολούνται με θέματα εγχώριου ενδιαφέροντος, λες και το θέμα το εξελίξεων στην Ευρώπη δεν είναι το κατ’ εξοχήν εγχώριο ζήτημα. Η τύφλωση των ελληνικών πολιτικών αρχηγεσιών μπορεί να μην τις οδηγήσει ως διέξοδο στην τρέλα, όπως τον πρωταγωνιστή Κήν του Κανέττι, αλλά μάλλον σε χειρισμούς που θα οξύνουν, περαιτέρω, το υπαρξιακό πρόβλημα της χώρας.











