Ο παλιός Αμερικανός ηθοποιός George Gobel είχε αποδώσει πολύ εύστοχα το γιατί ο μέσος πολίτης τρέμει στην ιδέα του ψηλού πληθωρισμού, λέγοντας ότι «…έτσι και συνεχίσει να ανεβαίνει ο πληθωρισμός, θα πρέπει να δουλεύεις σα σκυλί για να ζεις σα σκυλί». Η αλήθεια είναι ότι τα τελευταία 25 χρόνια κάπως «καλομάθαμε» στην απουσία πληθωριστικών πιέσεων κάτω από την προστασία του Ευρώ και της ΕΚΤ, ενώ η πρόσφατη δεκαετία της οικονομικής κρίσης και της πανδημίας, και η συμπίεση της ζήτησης που επέφεραν, επίσης συνεισέφεραν στη συγκράτηση των τιμών σε μεγάλο βαθμό. Το αποτέλεσμα ήταν ότι μετά το 2008 ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα ήταν 1,6% σε σχέση με 2% της Ευρωζώνης. Από την άλλη πλευρά, όμως, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η κατά κεφαλή κατανάλωση των νοικοκυριών αυξανόταν με χαμηλότερο ρυθμό (0,8%), ενώ στην Ευρωζώνη με υψηλότερο, έστω και οριακά (2,3%). Αυτό είναι μια σαφής ένδειξη για το εξής: Όλοι γνωρίζουμε ότι υπάρχει πρόβλημα με τις υψηλές τιμές, πρόβλημα που διογκώνεται με τον νέο πόλεμο, αλλά το βασικό πρόβλημα έγκειται κατά μείζονα λόγο στα χαμηλά εισοδήματα.
Τα παραπάνω σημαίνουν ότι η προσπάθεια αντιμετώπισης της κατάστασης από το Κράτος πρέπει να έχει δύο άξονες: αφ’ ενός την ενίσχυση των εισοδημάτων και αφ’ ετέρου την συγκράτηση των τιμών. Η ΕΚΤ θα κάνει την δουλειά της, αλλά η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να θεραπεύει τα πάντα. Σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα, ίσως οξύνει τα προβλήματα (π.χ. αύξηση των επιτοκίων θα οδηγούσε σε εισοδηματικές πιέσεις στα νοικοκυριά). Άρα, δεν θα πρέπει να επαναπαυθούμε και απλώς να περιμένουμε τις ενέργειες της ΕΚΤ.
Όσον αφορά στην ενίσχυση των εισοδημάτων, αυτή καλό θα ήταν να γίνει συγκροτημένα στον ιδιωτικό τομέα, χωρίς να διακινδυνεύσει αυξήσεις στο κόστος παραγωγής, από την πλευρά δε του δημόσιου τομέα υπό το πρίσμα των δημοσιονομικών περιορισμών. Η χρηστή οικονομική διοίκηση επιτάσσει ότι οι όποιες πολιτικές πρέπει να επικεντρωθούν στις δαπάνες για άμεση ενίσχυση των εισοδημάτων με κριτήρια και όχι σε φορολογικές πολιτικές με δυσδιάκριτους στόχους και θολά αποτελέσματα.
Όσον δε αφορά την συγκράτηση των τιμών, μια πρώτη σύγκριση των επιπέδων τιμών δείχνει ότι σε σχέση με την Ευρωζώνη η Ελλάδα από το 2008 μέχρι σήμερα έγινε ακόμα πιο ακριβή στα τρόφιμα (από 10η πιο ακριβή έγινε 8η), τα ποτά και καπνό (από 13η πήγε 11η), τις μεταφορές (κυρίως καύσιμα) (από 15η ανέβηκε 11η) και τις επικοινωνίες (από 4η, 3η). Αυτοί είναι ίσως και οι πρώτοι κλάδοι που θα πρέπει να εξεταστούν για κυρίαρχες θέσεις, εναρμονισμένες πρακτικές, υπερβολικά περιθώρια κέρδους και ευνοϊκές κρατικές ρυθμίσεις. Ο παραπάνω κατάλογος δεν είναι περιοριστικός, απλώς δίνει μια πρώτη εικόνα των προτεραιοτήτων. Τα προβλήματα ήδη τα γνωρίζουν οι κυβερνήσεις και από την δεκαετία του 1990 τα αντιμετωπίζουν πότε επιτυχώς και πότε … ανεπιτυχώς έως καθόλου.
Κι αυτό διότι το πολιτικό κόστος υπερισχύει του οικονομικού και κοινωνικού κόστους. Να θυμίσω τυχαία διάφορες περιπτώσεις για τους πιο παλιούς: ο πόλεμος της ντομάτας, η ρύθμιση της αγοράς των φαρμάκων, η συγκέντρωση της αγοράς σε αναψυκτικά και ποτά, η συγκέντρωση στις τηλεπικοινωνίες, ο πόλεμος της διάρκειας του γάλακτος, οι εκάστοτε χαριστικές ρυθμίσεις για αγρότες και άλλες ων ουκ έστιν αριθμός. Η αντιμετώπιση της ακρίβειας χρειάζεται άμεσες ενέργειες στη σωστή κατεύθυνση και όχι αμήχανη αναμονή μέχρι να καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός. Χρειαζόμαστε άμεσες στοχευμένες παρεμβάσεις τόσο στα εισοδήματα των νοικοκυριών όσο και στη λειτουργία των κλάδων της οικονομίας.








