«Το Ιράν δεν μπορεί πλέον να εμπλουτίσει ουράνιο και δεν μπορεί να κατασκευάσει βαλλιστικούς πυραύλους» ήταν η είδηση που κυριαρχούσε στα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης αμέσως την ολοκλήρωση της τηλεοπτικής συνέντευξης τύπου του Μπέντζαμιν Νετανιάχου εχθές βράδυ και η πρώτη εντύπωση βλέποντας την προσέγγιση και αποκωδικοποίηση των λεγομένων του από τα ΜΜΕ ήταν ό,τι ίσως και να στρώνεται ο δρόμος για αποκλιμάκωση και απεμπλοκή. Ίσως τα αμερικανικά αδιέξοδα να επιβάλουν ενέργειες που το Ισραήλ δεν επιθυμεί. Βλέποντας όμως ολόκληρη τη συνέντευξη του Ισραηλινού πρωθυπουργού, η αισιοδοξία για το τέλος του πολέμου περιορίζεται ή καλύτερα εξαφανίζεται.
Καταρχάς περιέγραψε τους τρεις στόχους για το Ισραήλ, οι οποίοι είναι η εξάλειψη του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, η καταστροφή του προγράμματος βαλλιστικών πυραύλων και η δημιουργία συνθηκών που θα επιτρέψουν στον Ιρανικό λαό να «πάρει τη μοίρα του στα χέρια του». Οι στόχοι δεν είναι διαφορετικοί από εκείνους που κατά καιρούς έχει περιγράψει ο Αμερικανός πρόεδρος. Ακόμα και η δημιουργία συνθηκών που οδηγήσουν σε αναταραχή και πολιτική αλλαγή είναι στα ενδιαφέροντα της Ουάσιγκτον, απλώς έχουν κατανοήσει πως είναι δύσκολο να συμβεί. Μάλιστα οι ερωτήσεις των ξένων δημοσιογράφων εστίασαν σε αυτό το σημείο και ο Νετανιάχου κλήθηκε να σχολιάσει αν ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί με τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς για να απαντήσει ότι χωρίς χερσαίες επιχειρήσεις δεν μπορεί να υπάρξει πρόοδος στο συγκεκριμένο ζήτημα. “Υπάρχουν αρκετά σενάρια για το πως θα μπορούσε να συμβεί αυτό” είπε αλλά δεν θέλησε να εξειδικεύσει.
Αναφορικά με τη διάρκεια του πολέμου απάντησε πως θα κρατήσει όσο χρειαστεί και περιγράφοντας τα μέχρι στιγμής δεδομένα που αποτυπώνουν οι ενέργειες και οι πόλεμοι στην ευρύτερη περιοχή δήλωσε ότι το Ισραήλ έχει δημιουργήσει βαθιές ζώνες ασφαλείας στη Γάζα, τη Συρία και τον Λίβανο ενώ η περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων έχει μετατοπιστεί. «Το Ισραήλ είναι ισχυρότερο από άλλοτε και το Ιράν είναι πιο αδύναμο από ποτέ», είπε. «Έχουμε μετατρέψει το Ισραήλ σε περιφερειακή δύναμη και σε ορισμένους τομείς σε παγκόσμια δύναμη».
Οι μέχρι τώρα αναφορές αφορούσαν το εσωτερικό της χώρας του. Αυτό όμως δεν δικαιολογεί μια συνέντευξη τύπου στην οποία έχεις καλέσει και τα ξένα μέσα κι όταν μάλιστα δεν έχεις να δώσεις απαντήσεις σε καίρια ερωτήματα όπως, το πως θα ανατραπεί το καθεστώς και πιο το χρονοδιάγραμμα των επιχειρήσεων. Ίσως λοιπόν η χθεσινή συνέντευξη και να ζητήθηκε από τον εταίρο στις επιχειρήσεις (ΗΠΑ) και ο στόχος να μην ήταν όλα τα παραπάνω αλλά μια δημόσια δέσμευση του Ισραηλινού Π/Θ για το ότι, δεν θα επιτεθεί ξανά στις ενεργειακές εγκαταστάσεις του Ιράν. Το προχθεσινό χτύπημα στον South Pars είχε ως αποτέλεσμα μεγαλύτερη νευρικότητα στις αγορές αλλά κυρίως, προκάλεσε τα χτυπήματα από το Ιράν στις χώρες του Κόλπου που βλέπουν τη δυσαρέσκεια να μεγαλώνει ανάμεσα στους υπηκόους τους και εκθέτουν την Αμερική που δεν μπορεί να παράσχει την ασφάλεια που είχε εγγυηθεί. Μια δημόσια τοποθέτηση λοιπόν του Νετανιάχου (κάτι το οποίο έγινε) θα μπορούσε να περιορίσει την αντίδραση της Τεχεράνης, η οποία δεν φαίνεται και τόσο αποκαμωμένη.
Χαρακτηριστικό είναι πως την ώρα της συνέντευξης τύπου του Νετανιάχου ήχησαν οι σειρήνες και ο κόσμος έσπευσε στα καταφύγια. Λίγες ώρες νωρίτερα τα διυλιστήρια στη Χάιφα είχαν χτυπηθεί. Αξίζει να σημειωθεί πως λίγο βορειότερα του λιμανιού της περιοχής βρίσκεται η βάση του πολεμικού ναυτικού του Ισραήλ. Την προηγούμενη μέρα είχε χτυπηθεί μέρος του αεροδρομίου Ben Gurion και υπέστησαν ζημιές τρία μικρά αεροσκάφη σύμφωνα με ισραηλινούς συναδέλφους. Αν το Ιράν καταφέρνει μετά από τέτοιον ανηλεή βομβαρδισμό που έχει δεχθεί εδώ και τρεις εβδομάδες να χτυπά στόχους στρατηγικής σημασίας στο Ισραήλ και τις χώρες του Κόλπου, προφανώς και υπάρχει απόσταση μεταξύ των δηλώσεων των επιτιθέμενων και της στρατιωτικής πραγματικότητας και των δυνατοτήτων του αμυνόμενου. Ειδικότερα μετά και το χτύπημα του αόρατου F-35 από την ανύπαρκτη αεράμυνα της Τεχεράνης.
Ένα άλλο σημείο που έχει ενδιαφέρον, αφορά το αποτύπωμα που αφήνει στο εσωτερικό των δύο χωρών (ΗΠΑ-Ισραήλ) ο πόλεμος. Στο Τελ Αβίβ την ώρα της συνέντευξης του πρωθυπουργού του Ισραήλ, πραγματοποιήθηκε μια συγκέντρωση κατά του πολέμου. Η εικόνα ήταν αποκαρδιωτική. Μόλις μερικές δεκάδες άνθρωποι σε μια πόλη εκατομμυρίων. Οι περαστικοί ήταν περισσότεροι από τους συγκεντρωμένους. Η υποστήριξη της κοινωνίας στον πόλεμο είναι σχεδόν καθολική. Το κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ισραηλινού Ν12 παρουσίασε χθες μια δημοσκόπηση στην οποία οι πολίτες απάντησαν πως εάν αύριο γίνονταν εκλογές, το 44% θα ψήφιζε Νετανιάχου.
Αντίθετα στις ΗΠΑ η δημοτικότητα του Ντόναλντ Τράμπ αποτελεί πεδίο προβληματισμού. Η κοινωνία δεν προβληματίζεται τόσο για την ανάληψη στρατιωτικής δράσης στο Ιράν, τους νοιάζει όμως ότι το ενεργειακό κόστος αυξάνεται, ό,τι τα δίδακτρα στα πανεπιστήμια παραμένουν υψηλά, ό,τι οι υγειονομικές καλύψεις αποτελούν δύσκολη και δαπανηρή εξίσωση. Ως είδηση τα τεκταινόμενα στο Ιράν ελάχιστα συζητώνται και απασχολούν τον δημόσιο διάλογο στις Αμερικανικές πολιτείες σε αντίθεση με την Ευρώπη. Ίσως για αυτό ο Τράμπ να μην προβληματίζεται και να μην κόπτεται για τον άμεσο τερματισμό του πολέμου. Όμως, η ενίσχυση των αμυντικών δαπανών με επιπλέον 200 δις δολάρια για την κάλυψη του κόστους του πολέμου, η ενεργειακή κρίση και οι συνθήκες που διαμορφώνουν οι αποφάσεις του στην παγκόσμια οικονομία θα επηρεάσουν αργά ή γρήγορα και τα Αμερικανικά νοικοκυριά εάν θελήσει να μακροημερεύσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράν.
Αν τώρα αποφασίσει να ακολουθήσει και την προτροπή του καλού του φίλου Bibi για χερσαία παρουσία και στοχευμένες δράσεις εντός της Ιρανικής επικράτειας, τότε ίσως να καταφέρει να κεντρίσει το ενδιαφέρον περισσότερων Αμερικανών για το τι ακριβώς γυρεύουν οι στρατιώτες τους στην άλλη άκρη του κόσμου, με ποιόν και γιατί πολεμάνε, αλλά κυρίως … για ποιόν.








