Τις πραγματικές διαθέσεις των μεγάλων αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών για τη Βενεζουέλα φωτίζει ρεπορτάζ του Politico, στον απόηχο των δηλώσεων του Ντόναλντ Τραμπ που κάλεσε ανοιχτά τους «κολοσσούς» της ενέργειας να κινηθούν άμεσα και να επιστρέψουν στη χώρα μετά την απομάκρυνση του Νικολάς Μαδούρο.
Οι αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου δεν έκρυψαν ποτέ τη φιλοδοξία τους να ανακτήσουν περιουσιακά στοιχεία που είχαν περάσει υπό κρατικό έλεγχο μετά τη μπολιβαριανή επανάσταση και τις εθνικοποιήσεις των προηγούμενων δεκαετιών. Σύμφωνα με το Politico, η κυβέρνηση Τραμπ εμφανίζεται πλέον διατεθειμένη να διευκολύνει αυτή την επιστροφή, θέτοντας όμως έναν σαφή όρο: όσες εταιρείες διεκδικούν αποζημιώσεις για πλατφόρμες, αγωγούς και υποδομές που κατασχέθηκαν στο παρελθόν, θα πρέπει να επενδύσουν τώρα και μαζικά στην ανασυγκρότηση της κατεστραμμένης πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας.
Αξιωματούχοι της κυβέρνησης, σύμφωνα με πηγές του Politico, μετέφεραν το μήνυμα αυτό σε στελέχη του κλάδου τις τελευταίες ημέρες, ξεκαθαρίζοντας ότι «αν θέλεις να αποζημιωθείς, πρέπει να μπεις στο παιχνίδι τώρα». Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά στέλεχος της βιομηχανίας, «η προσφορά βρίσκεται στο τραπέζι εδώ και περίπου δέκα ημέρες», όμως συνοδεύεται από σοβαρές αβεβαιότητες.
Η εικόνα των πετρελαϊκών υποδομών της Βενεζουέλας αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους γρίφους για τις εταιρείες. Η πολυετής κακοδιαχείριση και η έλλειψη επενδύσεων έχουν αφήσει πίσω τους ένα δίκτυο εγκαταστάσεων σε κατάσταση παρακμής. «Η υποδομή είναι τόσο ερειπωμένη που κανείς δεν μπορεί να εκτιμήσει με ακρίβεια τι απαιτείται για να ξαναγίνει λειτουργική», παραδέχονται άνθρωποι της αγοράς, τονίζοντας ότι δεν είναι καν σαφές ποιος θα ασκεί την εξουσία στο άμεσο μέλλον.
Ο ίδιος ο Τραμπ, σε τηλεοπτικό του διάγγελμα, εμφανίστηκε βέβαιος ότι οι αμερικανικές πετρελαϊκές θα επενδύσουν δισεκατομμύρια δολάρια. «Θα φέρουμε τις μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες στον κόσμο να επισκευάσουν τις κατεστραμμένες υποδομές και να αρχίσουν να παράγουν πλούτο», δήλωσε, υπογραμμίζοντας ότι το κόστος θα καλυφθεί αρχικά από τις ίδιες τις εταιρείες, οι οποίες «θα αποζημιωθούν αργότερα».
Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αναλυτές, το σχέδιο παραμένει θολό. Ο Μπομπ ΜακΝάλι, πρώην σύμβουλος ενέργειας του Λευκού Οίκου, σημειώνει ότι «δεν είναι ξεκάθαρο αν υπάρχει ένα συγκροτημένο μακροπρόθεσμο πλάνο πέρα από την πρόθεση να προηγηθούν οι αμερικανικές εταιρείες σε ένα καθεστώς “μετά τον Μαδούρο”». Κατά τον ίδιο, δεν έχει αποσαφηνιστεί ούτε το πολιτικό μοντέλο που θα ακολουθηθεί ούτε ο τρόπος μετάβασης.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται και το μέλλον της κρατικής πετρελαϊκής PdVSA. Παρά τις φήμες περί ιδιωτικοποίησης, πηγές αναφέρουν ότι «δεν υπάρχει σχέδιο διάλυσης ή αποκρατικοποίησης της εταιρείας», αλλά μάλλον μια συνολική αναδιάρθρωση της ηγεσίας της, ώστε να διατηρηθεί η παραγωγή.
Η Chevron, η μόνη μεγάλη αμερικανική εταιρεία που εξακολουθεί να δραστηριοποιείται στη Βενεζουέλα με ειδική άδεια, δήλωσε ότι παραμένει προσηλωμένη «στην ασφάλεια των εργαζομένων και στην ακεραιότητα των περιουσιακών της στοιχείων», λειτουργώντας σε πλήρη συμμόρφωση με τη νομοθεσία.
Παράλληλα, ομάδες ειδικών και πρώην στελεχών της PdVSA εργάζονται ήδη πάνω σε σενάρια ανασυγκρότησης της βιομηχανίας, με αντικρουόμενες απόψεις: άλλοι υποστηρίζουν τη διατήρηση κρατικού ελέγχου, άλλοι επιμένουν ότι μόνο ένα πλήρως απελευθερωμένο μοντέλο αγοράς θα προσελκύσει ξανά τους διεθνείς «παίκτες».
Όπως σημειώνουν αναλυτές του ενεργειακού τομέα, η Βενεζουέλα παραμένει ένα «μακροπρόθεσμο στοίχημα». Με τις τιμές πετρελαίου χαμηλές και τις επενδύσεις που απαιτούνται τεράστιες, οι εταιρείες τηρούν στάση αναμονής. «Θα μπορούσε να γίνει το κόσμημα του στέμματος, αν εξαλειφθεί ο πολιτικός κίνδυνος», σχολιάζει χαρακτηριστικά αναλυτής, προσθέτοντας ωστόσο ότι «ακόμη δεν πρόκειται για ώριμη ευκαιρία».
Το μόνο βέβαιο είναι ότι, πίσω από τις μεγάλες δηλώσεις περί δημοκρατίας και μετάβασης, το πετρέλαιο της Βενεζουέλας παραμένει ο πραγματικός των εξελίξεων.











