Η μεταρρύθμιση του συστήματος εισαγωγής στα ΑΕΙ είναι ένα κομβικό ζήτημα του εθνικού διαλόγου για την Παιδεία. Δεν αφορά μόνο στην αλλαγή αυτού καθ’αυτού του σημερινού συστήματος, αλλά στη συνολική μεταρρύθμιση του ρόλου και της αποστολής του Λυκείου, των προγραμμάτων σπουδών, αλλά και των προτύπων αξιολόγησης των μαθητών. Στην ουσία αφορά στην εγκαθίδρυση ενός αξιόπιστου, αδιάβλητου, δίκαιου και αποτελεσματικού, εκπαιδευτικά και παιδαγωγικά, νέου συστήματος που θα αναδεικνύει και θα αξιολογεί τις συνολικές επιδόσεις των μαθητών/μαθητριών.
Το σημερινό σύστημα των Πανελλαδικών Εξετάσεων, μετά από πολλές δεκαετίες εφαρμογής του, έχει εξαντλήσει πλέον τα όριά του. Μπορεί να παραμένει αδιάβλητο, αλλά είναι καταφανώς άδικο και εκπαιδευτικά ξεπερασμένο. Υποβαθμίζει το ρόλο του Λυκείου σε ένα προθάλαμο εξεταστικού κέντρου, καταργεί την κριτική σκέψη, εγκλωβίζει τους μαθητές σε μία μηχανιστική διαδικασία αποστήθισης και κυρίως τους υποβάλλει στη ψυχοφθόρα διαδικασία της «μοναδικής ευκαιρίας» σε μια τρίωρη εξέταση. Επηρεάζει έτσι την ποιότητα της παρεχόμενης μόρφωσης και της γνωσιακής διαδικασίας που οφείλει να παρέχει το Σχολείο, περιορίζοντάς την ουσιαστικά στις γυμνασιακές τάξεις.
Ο διάλογος για το Εθνικό Απολυτήριο εξελίσσεται τους τελευταίους μήνες συστηματικά στο πλαίσιο της «Επιτροπής Σοφών» που συνέστησε το Υπουργείο Παιδείας, ενώ το ΠΑΣΟΚ-Κίνημα Αλλαγής έχει ήδη προτείνει από το 2025 τη θεσμοθέτηση Εθνικού Απολυτηρίου και την κατάργηση των Πανελληνίων Εξετάσεων υπό τη σημερινή μορφή τους.
Επομένως, θεωρώ ότι είναι πλέον ώριμη, σε εκπαιδευτικό, κοινωνικό και πολιτικό πεδίο, η ιδέα της μεταρρύθμισης του συστήματος εισαγωγής στα ΑΕΙ, της θεσμοθέτησης του Εθνικού Απολυτηρίου και συνακόλουθα ενός αξιοκρατικού και αξιόπιστου συστήματος εισαγωγής στα Πανεπιστήμια που θα αποκαθιστά το μορφωτικό ρόλο του Λυκείου και θα αναγνωρίζει την πραγματική και συνολική προσπάθεια των μαθητών/τριών στο Λύκειο. Μια τέτοια μεταρρύθμιση θα προϋπέθετε την αναβάθμιση των προγραμμάτων σπουδών των τριών τάξεων του Λυκείου, την αξιολόγηση των μαθητών/τριών σε κάθε τάξη με βάση αξιόπιστες τράπεζες θεμάτων και με διαφορετικό (προοδευτικό) συντελεστή βαρύτητας των αποτελεσμάτων κάθε τάξης, με στόχο τη διαμόρφωση της συνολικής αξιολόγησης του μαθητή που θα αποτυπώνεται στο Εθνικό απολυτήριο. Η κατάργηση των Πανελλαδικών εξετάσεων με τη σημερινή αυτοματοποιημένη και άδικη μορφή τους δεν αποκλείει την ενδεχόμενη ύπαρξη συμπληρωματικών εξετάσεων για Σχολές μεγάλης ζήτησης, αλλά κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να συνδυαστεί με το Εθνικό απολυτήριο παρά μόνο με συμπληρωματικό και διαβαθμισμένο (χαμηλότερο σε σχέση με το Εθνικό απολυτήριο) συντελεστή βαρύτητας και στο πλαίσιο ενός συστάματος πολλαπλών ευκαιριών για τους μαθητές/τριες.
Σε κάθε περίπτωση η μεταρρύθμιση του συστήματος εισαγωγής στα ΑΕΙ πρέπει να στηρίζεται σε ένα σοβαρό, συγκροτημένο και μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό, βάθους τουλάχιστον πενταετίας, έγκαιρη προσαρμογή του εκπαιδευτικού συστήματος, αναβάθμιση των προγραμμάτων σπουδών και των σχολικών βιβλίων και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Χρειάζεται, ωστόσο και κάτι άλλο: η συναίνεση του πολιτικού συστήματος, της εκπαιδευτικής κοινότητας και της ίδιας της κοινωνίας που θα συνοδεύεται από την πεποίθηση ότι η μεταρρύθμιση του Εθνικού Απολυτηρίου είναι αναγκαία για την ποιότητα της παρεχόμενης γνώσης και μόρφωσης στα Σχολεία μας, καθώς και της αναβάθμισης της Παιδείας στην Ελλάδα.








