Καθώς συμπληρώνονται περίπου τρεις εβδομάδες πολέμου μεταξύ Ισραήλ, ΗΠΑ και Ιράν, διαμορφώνονται μια σειρά από προοπτικές, οι οποίες υπαγορεύονται από δύο βασικούς παράγοντες: την ενεργειακή κρίση που έχει προκληθεί και την επιβίωση του ιρανικού πολιτικού συστήματος, παρά τις δολοφονίες κορυφαίων και, ίσως, αναντικατάστατων προσωπικοτήτων του.

Σε περίπτωση που η διακυβέρνηση Τραμπ έχει αποφασίσει να συνεχίσει τον πόλεμο έως τη συνθηκολόγηση ή και την ανατροπή του πολιτικού συστήματος, τότε θα πρέπει να επιλύσει την ενεργειακή κρίση που ο πόλεμος αυτός δημιούργησε. Για να το πετύχει αυτό, είναι αναγκαία η ανάπτυξη χερσαίων στρατευμάτων για την κατάληψη του νησιού Χαργκ, νευραλγικής σημασίας, και ακόμη μέρους των παραλίων του Ιράν, ώστε να ελεγχθεί το Στενό του Ορμούζ και να μειωθούν οι κίνδυνοι για τη ναυσιπλοΐα. Η αποστολή μονάδων πεζοναυτών και αποβατικών σκαφών αποτελεί ένδειξη τέτοιων σχεδιασμών. Αυτό όμως σημαίνει χερσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες σπάνια παραμένουν περιορισμένες. Σύντομα μετατρέπονται σε εισβολή και σε πόλεμο μεγάλης έκτασης και μακράς διάρκειας.

Η δεύτερη προοπτική είναι μια απόφαση του προέδρου Τραμπ για αποχώρηση χωρίς συνθηκολόγηση ή αλλαγή καθεστώτος. Το επιχείρημα μπορεί να είναι ότι η αμερικανική επιχείρηση επέφερε συντριπτικά πλήγματα στη δυνατότητα του Ιράν να αποτελεί απειλή σε περιφερειακό και παγκόσμιο επίπεδο. Ο ισχυρισμός του Αμερικανού προέδρου ότι έχει καταστραφεί το 90% των πυραυλικών εγκαταστάσεων και του πυρηνικού προγράμματος, και ότι έχουν εξοντωθεί οι ηγέτες του καθεστώτος, μπορεί να αποτελέσει το στήριγμα αυτού του επιχειρήματος. Βέβαια, κάτι τέτοιο θα αφήσει την περιοχή του Κόλπου, και κυρίως τα Εμιράτα, το Κατάρ και το Μπαχρέιν, μπροστά στο φάσμα οικονομικής καταστροφής, με γείτονα ένα πληγωμένο και, γι’ αυτό, απρόβλεπτο Ιράν και, το κυριότερο, χωρίς καμία εγγύηση ότι σε έναν χρόνο ή και συντομότερα δεν θα αντιμετωπίσουν μια νέα σύρραξη μεταξύ Ισραήλ, ΗΠΑ και Ιράν ή μεταξύ Ισραήλ και Ιράν.

Η τρίτη προοπτική είναι το μοντέλο «Ιράκ 1991». Μετά την ήττα του Ιράκ από τις ΗΠΑ και την απελευθέρωση του Κουβέιτ, η Ουάσιγκτον προχώρησε σε μια σειρά από κινήσεις. Πρώτον, επέβαλε no-fly zones, προστατεύοντας ισχυρές εθνοτικές ομάδες, όπως οι Κούρδοι του Βόρειου Ιράκ, από τον έλεγχο και τη βάρβαρη καταστολή του μπααθικού καθεστώτος. Δεύτερον, επέβαλε σκληρές κυρώσεις σε φάρμακα και σε άλλα είδη βασικών αναγκών, που έπλητταν τον γενικό πληθυσμό και δεν αφορούσαν τα στελέχη του καθεστώτος. Τρίτον, οι ΗΠΑ προέβαιναν σε πυραυλικές και αεροπορικές επιθέσεις κάθε φορά που το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν έδειχνε σημάδια ισχυροποίησης. Η προοπτική αυτή υποστηρίζεται από δεξαμενές σκέψης στις ΗΠΑ, οι οποίες πρόσκεινται στην ισραηλινή Δεξιά, και προβλέπει ότι το μοντέλο αυτό μπορεί, με σύμμαχο τον χρόνο, να πετύχει τελικά την πτώση του καθεστώτος, αρκεί η Ουάσιγκτον να επιμείνει και να μην εγκαταλείψει την προσπάθεια. Βέβαια, το μοντέλο «Ιράκ 1991» θα επιμηκύνει τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης, με πολύ σοβαρές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία.

Από την πλευρά του, το Ισραήλ και κυρίως ο Νετανιάχου αντιλαμβάνονται ότι η πτώση του καθεστώτος δεν είναι τόσο εύκολη όσο αναμενόταν και, κυρίως, ότι η κοινωνική εξέγερση που θα ακολουθούσε τη δολοφονία του Χαμενεΐ τελικά δεν συνέβη. Για αυτόν τον λόγο, το Ισραήλ ακολουθεί δύο βασικές τακτικές. Από τη μία πλευρά, δολοφονεί όλους όσοι μπορούν να διαπραγματευθούν σοβαρά για την επίτευξη συμφωνίας με την Ουάσιγκτον, ώστε να μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν υπάρχει φερέγγυος συνομιλητής από την πλευρά του Ιράν, που να έχει το κύρος και την επιρροή να επιβάλει οποιαδήποτε συμφωνία στο ιρανικό πολιτικό σύστημα. Πρόκειται για μια τακτική που το Ισραήλ εφάρμοσε και εφαρμόζει και στο Παλαιστινιακό Ζήτημα, εξουδετερώνοντας ηγετικές προσωπικότητες με επιρροή στην παλαιστινιακή πολιτική και κοινωνία και διατηρώντας τη διαίρεση μεταξύ Φατάχ και Χαμάς, ώστε να απορρίπτει οποιαδήποτε ουσιαστική διαπραγμάτευση για λύση δύο κρατών με τη δικαιολογία ότι δεν υπάρχει συνομιλητής.

Η δεύτερη τακτική είναι να προετοιμάσει την ισραηλινή κοινωνία για μια ένταση μακράς διάρκειας, με στρατιωτικές συγκρούσεις ανά τακτά χρονικά διαστήματα, θυμίζοντας, τηρουμένων των αναλογιών, τη δεκαπενταετία 1948-1973. Στην τελευταία του ομιλία, ο Νετανιάχου δήλωσε ότι «οι απειλές έρχονται και φεύγουν». Το ερώτημα είναι κατά πόσο η σημερινή ισραηλινή κοινωνία, του έντονου ατομικισμού και της αίσθησης ασφάλειας που προσφέρει η τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή, μπορεί να αντέξει μια μακρά περίοδο έντασης και συγκρούσεων, οι οποίες έχουν άμεσες συνέπειες στην καθημερινή ζωή.

* Το βιβλίο του «Η Μέση Ανατολή και ο πόλεμος στη Γάζα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έρμα