Η ανθρωπότητα βρίσκεται από αυτή την εβδομάδα μπροστά σε ένα ιστορικό και εξαιρετικά δυσοίωνο ορόσημο. Με την επίσημη λήξη της συνθήκης New START την Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου, καταρρέει και το τελευταίο θεσμικό ανάχωμα που συγκρατούσε τις πυρηνικές φιλοδοξίες των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας. Για πρώτη φορά μετά από μισό αιώνα επίμονης διπλωματίας, οι δύο χώρες που κατέχουν το 86% των παγκόσμιων πυρηνικών κεφαλών εισέρχονται σε μια κατάσταση απόλυτης ελευθερίας κινήσεων, γεγονός που, σύμφωνα με τους Financial Times, ανοίγει διάπλατα την πόρτα για μια νέα, ανεξέλεγκτη κούρσα εξοπλισμών.
Η δύση μιας διπλωματικής κληρονομιάς πέντε δεκαετιών
Η κατάρρευση της New START δεν αποτελεί απλώς τη λήξη μιας τεχνικής συμφωνίας, αλλά το άδοξο τέλος μιας αρχιτεκτονικής ασφαλείας που οικοδομήθηκε με κόπο από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Από τις ιστορικές συνομιλίες των Νίξον και Μπρέζνιεφ το 1972, μέχρι το αποκορύφωμα της δεκαετίας του ’80 με τους Ρίγκαν και Γκορμπατσόφ, η διεθνής κοινότητα είχε μάθει να ζει υπό την προστασία αμοιβαίων δεσμεύσεων. Η συνθήκη που υπεγράφη το 2010 από τους Ομπάμα και Μεντβέντεφ, θέτοντας το όριο των 1.550 αναπτυγμένων κεφαλών, αποτελούσε το τελευταίο ζωντανό κατάλοιπο αυτής της κληρονομιάς, το οποίο πλέον παραδίδεται στη λήθη της τρέχουσας γεωπολιτικής κρίσης.
Ρητορικά πυροτεχνήματα και η σιωπή της Ουάσιγκτον
Παρά την κρισιμότητα των στιγμών, η επικοινωνία μεταξύ των δύο πλευρών μοιάζει να διεξάγεται σε παράλληλους μονολόγους. Από τη μία, ο Βλαντιμίρ Πούτιν αφήνει ανοιχτό το παράθυρο για μια άτυπη, εθελοντική τήρηση των ορίων, ενώ την ίδια στιγμή η Μόσχα δηλώνει προκλητικά έτοιμη για έναν κόσμο «χωρίς περιορισμούς». Ο Ρώσος υφυπουργός Εξωτερικών, Σεργκέι Ριαμπκόφ, έστειλε από το Πεκίνο ένα σαφές μήνυμα, τονίζοντας ότι η απουσία απάντησης από τις ΗΠΑ στις ρωσικές προτάσεις αποτελεί από μόνη της μια ηχηρή τοποθέτηση. Από την άλλη πλευρά, ο Ντόναλντ Τραμπ, παρότι δεν απορρίπτει τη λογική του ελέγχου, επιμένει σε μια νέα, «καλύτερη» συμφωνία που θα περιλαμβάνει υποχρεωτικά και την Κίνα, μια απαίτηση που στην παρούσα φάση φαντάζει περισσότερο ως διπλωματικό άλλοθι παρά ως εφικτός στόχος.
Το έλλειμμα διαφάνειας και ο κίνδυνος της «παρεξήγησης»
Η μεγαλύτερη απειλή από τη λήξη της συνθήκης ίσως δεν κρύβεται στους απόλυτους αριθμούς των πυρηνικών κεφαλών, αλλά στην οριστική απώλεια των μηχανισμών ελέγχου. Η New START προέβλεπε επιτόπιες επιθεωρήσεις και ανταλλαγή δεδομένων σε πραγματικό χρόνο, διαδικασίες που λειτουργούσαν ως «δικλείδες ασφαλείας» για την αποφυγή μοιραίων παρερμηνειών. Με τους μηχανισμούς αυτούς να έχουν παγώσει ήδη από το 2023, η διεθνής ασφάλεια βασίζεται πλέον σε υποθέσεις και δορυφορικές εικόνες. Χωρίς τη θεσμοθετημένη διαφάνεια, ο κίνδυνος ενός πυρηνικού ατυχήματος ή μιας λανθασμένης εκτίμησης των προθέσεων του αντιπάλου αυξάνεται εκθετικά.
Η ανάδυση νέων απειλών και η περιπλοκή του Πεκίνου
Το σκηνικό της νέας πυρηνικής εποχής συμπληρώνεται από την ανάπτυξη οπλικών συστημάτων νέας γενιάς που ξεφεύγουν από κάθε παραδοσιακό ορισμό ελέγχου. Τα ρωσικά υπερηχητικά όπλα και τα αυτόνομα υποβρύχια συστήματα, σε συνδυασμό με το φιλόδοξο αμερικανικό πρόγραμμα αντιπυραυλικής άμυνας «Golden Dome», συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα. Παράλληλα, η ραγδαία ενίσχυση του πυρηνικού οπλοστασίου της Κίνας μετατρέπει τη διμερή σκακιέρα σε μια τριγωνική αντιπαράθεση, όπου η εμπιστοσύνη έχει δώσει τη θέση της στην απόλυτη καχυποψία. Ο κόσμος που ξεκινά αυτή την Παρασκευή δεν είναι απλώς ένας κόσμος χωρίς συνθήκες, αλλά ένα περιβάλλον όπου η ισορροπία του τρόμου στερείται πλέον κανόνων.
Διαβάστε επίσης:
Ντόναλντ Τραμπ: Απαιτεί αποζημίωση ενός δισεκατομμυρίου από το Χάρβαρντ
ΗΠΑ – Ιράν: Διπλωματική αντεπίθεση στην Κωνσταντινούπολη υπό τη σκιά του πολέμου
Ουκρανία, Ευρώπη και ΗΠΑ συμφώνησαν σε σχέδιο επιβολής εκεχειρίας











