Η αυγή της νεωτερικότητας δεν αναδύθηκε μέσα σε κάποια ακαδημαϊκή αίθουσα, αλλά σε ένα «poele» —ένα υπερθερμασμένο δωμάτιο στη γερμανική πόλη Ουλμ— τη νύχτα της 10ης Νοεμβρίου 1619. Εκεί, ο 23χρονος Ρενέ Ντεκάρτ (Renatus Cartesius), ένας νεαρός στρατιώτης με εύθραυστη υγεία αλλά ακμαίο πνεύμα, βίωσε τρία διαδοχικά όνειρα που έμελλε να αλλάξουν την πορεία της δυτικής σκέψης. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Ντεκάρτ έλαβε τότε μια πνευματική αποκάλυψη: τη βεβαιότητα ότι οι νόμοι της φύσης δεν είναι παρά μαθηματικές αλήθειες που περιμένουν να αποκρυπτογραφηθούν. Αυτή η ονειρική εμπειρία αποτέλεσε το έναυσμα για τη γέννηση του ορθολογισμού, ενός συστήματος που επιχείρησε να ερμηνεύσει το σύμπαν ως μια γιγαντιαία, λογική μηχανή.
Η στρατηγική της αμφιβολίας και το ακλόνητο «Cogito»
Προκειμένου να οικοδομήσει μια γνώση πέραν πάσης αμφισβήτησης, ο Καρτέσιος εφάρμοσε τον «μεθοδικό σκεπτικισμό». Δεν επρόκειτο για μια μηδενιστική άρνηση, αλλά για ένα εργαλείο κάθαρσης του νου από προκαταλήψεις. Στο πλαίσιο αυτό, επινόησε το νοητικό πείραμα του «κακόβουλου δαίμονα»: μιας παντοδύναμης οντότητας που θα μπορούσε να εξαπατά τις αισθήσεις μας, παρουσιάζοντας έναν κόσμο-ψευδαίσθηση.
Ωστόσο, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι αυτής της αμφιβολίας, ο Καρτέσιος προσπάθησε να ανακαλύψει ένα ακλόνητο θεμέλιο, κάτι που δεν θα μπορούσε να παραπλανά. Ακόμη και αν ένας δαίμονας, λοιπόν, τον εξαπατούσε, το γεγονός και ο μόνος ότι ο ίδιος αμφέβαλλε σήμαινε απαρέγκλιτα ότι σκεφτόταν. Το περίφημο «Cogito, ergo sum» (Σκέφτομαι, άρα υπάρχω) έγινε η πρώτη αυταπόδεικτη αλήθεια της νεότερης φιλοσοφίας, τοποθετώντας το ανθρώπινο υποκείμενο στο κέντρο του επιστημονικού γίγνεσθαι.
Το δέντρο της γνώσης και ο Θεός-χρονομέτρης
Ο Καρτέσιος οραματίστηκε τη γνώση ως ένα ενιαίο δέντρο, όπου η Μεταφυσική αποτελεί τις ρίζες, η Φυσική τον κορμό και οι εφαρμοσμένες επιστήμες —όπως η Μηχανική, η Ιατρική και η Ηθική— τους καρπούς. Σε αντίθεση με τη σχολαστική παράδοση, ο Ντεκάρτ υποστήριξε ότι η αξία της φιλοσοφίας έγκειται στην πρακτική της εφαρμογή: στη δυνατότητα του ανθρώπου να καταστεί «κύριος και κάτοχος της φύσης».
Για να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ του σκεπτόμενου νου και του υλικού κόσμου, κατέφυγε στην έννοια ενός Παντοδύναμου Θεού. Στο μηχανοκρατικό του σύστημα, ο Θεός παρομοιάζεται με έναν Χρονομέτρη που δημιούργησε μια τέλεια κουρδισμένη μηχανή και στη συνέχεια αποσύρθηκε, επιτρέποντάς της να λειτουργεί αυτόνομα βάσει καθολικών φυσικών νόμων. Αυτή η θεώρηση, αν και ξεκίνησε με θεολογικές προθέσεις, λειτούργησε παράδοξα ως πρόδρομος του υλισμού του 18ου αιώνα, καθώς αντιμετώπισε το σύμπαν ως ένα επαρκές και αυτόνομο αντικείμενο μελέτης.
Η μηχανοκρατική επανάσταση και ο δυϊσμός
Η συμβολή του Καρτέσιου στην επιστήμη υπήρξε καταλυτική. Ως ο επινοητής της αναλυτικής γεωμετρίας, ένωσε την άλγεβρα με τη γεωμετρία, προσφέροντας στην ανθρωπότητα τις καρτεσιανές συντεταγμένες. Ταυτόχρονα, διατύπωσε τον νόμο της αδράνειας, θέτοντας τις βάσεις για τη νευτώνεια φυσική.
Η φιλοσοφία του όμως εισήγαγε και έναν ριζικό δυϊσμό: τον διαχωρισμό μεταξύ της πνευματικής ουσίας (res cogitans) και της υλικής έκτασης (res extensa). Αυτό οδήγησε στη μηχανοκρατική ερμηνεία του κόσμου, όπου τα ζώα και το ανθρώπινο σώμα αντιμετωπίζονταν ως βιολογικές μηχανές. Αν και αυτή η προσέγγιση απελευθέρωσε την επιστημονική έρευνα από μεταφυσικά εμπόδια, έφερε ταυτόχρονα ενός είδους αποξένωση του πνεύματος από την ύλη.
Το τέλος του Καρτέσιου υπήρξε μια τραγική ειρωνεία. Ο άνθρωπος που από παιδί προστάτευε την εύθραυστη υγεία του με πολύωρο πρωινό ύπνο και διαλογισμό, βρέθηκε το 1649 στην παγωμένη Στοκχόλμη, προσκεκλημένος της βασίλισσας Χριστίνας. Η απαίτησή της για μαθήματα στις πέντε τα χαράματα μέσα στο πολικό ψύχος αποδείχθηκε μοιραία. Ο γίγαντας του πνεύματος υπέκυψε από πνευμονία τον Φεβρουάριο του 1650.
Διαβάστε επίσης:
Ιωάννης Καποδίστριας: Σωτήρας ή αυταρχικός θεμελιωτής του Ελληνικού Κράτους;
Αφιέρωμα στη ζωή και τη σκέψη του Αντόνιο Γκράμσι
Γκι Ντεμπόρ: Σαν σήμερα γεννήθηκε ο ανατόμος της κοινωνίας του θεάματος










