Η ελληνική οικονομία βιώνει μια περίοδο εντυπωσιακής μεγέθυνσης, αφήνοντας πίσω της τα πέτρινα χρόνια της κρίσης (2009-2018). Με ρυθμούς ανάπτυξης που υπερβαίνουν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και την πρόωρη αποπληρωμή των δανείων διάσωσης, η χώρα εκπέμπει σήματα σταθερότητας. Ωστόσο, πίσω από τους αισιόδοξους τίτλους του διεθνούς Τύπου, όπως αναφέρει το Reuters, μια νέα εσωτερική κρίση λαμβάνει μεγάλες διαστάσεις: το κόστος στέγασης έχει μετατραπεί σε δυσβάσταχτο φορτίο. Για χιλιάδες πολίτες, η οικονομική ανάκαμψη παραμένει μια στατιστική απεικόνιση που δεν φτάνει ποτέ στην τσέπη τους, καθώς τα ενοίκια καλπάζουν με ρυθμούς πολλαπλάσιους των μισθών, αναγκάζοντας τα νοικοκυριά σε περικοπές βασικών αναγκών και αύξηση του ιδιωτικού χρέους.
Το εισόδημα που τελειώνει πριν το τέλος του μήνα
Η πραγματικότητα που βιώνουν οι Έλληνες αποτυπώνεται με μελανά χρώματα στις εκθέσεις των θεσμικών φορέων. Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Μικρών Επιχειρήσεων (ΙΜΕ), έξι στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν πλέον αδυναμία να καλύψουν τις ανάγκες τους μέχρι την επόμενη πληρωμή. Το φαινόμενο της οικονομικής ασφυξίας δεν περιορίζεται πια στα χαμηλά εισοδήματα, αλλά διαβρώνει συστηματικά και τη μεσαία τάξη. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ειρήνης Συντιχάκη, μιας 28χρονης εγκληματολόγου, η οποία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι της στην Αθήνα όταν το ενοίκιο έφτασε να ισούται με ολόκληρο τον μισθό της. Η επιλογή της μετακόμισης στη στέγη ενός συγγενικού προσώπου δεν είναι πια μια εξαίρεση, αλλά μια στρατηγική επιβίωσης για τη νέα γενιά.
Η κληρονομιά της κρίσης
Οι ρίζες του προβλήματος εντοπίζονται στη μακρά περίοδο της αποεπένδυσης. Κατά τη διάρκεια της κρίσης, η κατασκευαστική δραστηριότητα ουσιαστικά εκμηδενίστηκε, δημιουργώντας σήμερα ένα έλλειμμα 180.000 κατοικιών στις μεγάλες πόλεις, σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας Πειραιώς. Αυτή η έλλειψη προσφοράς επιδεινώθηκε από εξωγενείς παράγοντες, όπως το πρόγραμμα «Χρυσή Βίζα», που οδήγησε στην πώληση 20.000 ακινήτων σε ξένους επενδυτές, και τη γιγάντωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Περίπου 150.000 ακίνητα έχουν αφαιρεθεί από την αγορά των μόνιμων κατοίκων για να εξυπηρετήσουν τουρίστες, μετατρέποντας την αναζήτηση στέγης σε μια αγωνιώδη δοκιμασία που θυμίζει, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, τις ουρές για βασικά αγαθά σε παλαιότερες σκοτεινές εποχές.
Μια ευρωπαϊκή εξαίρεση με αρνητικό πρόσημο
Αν και η αύξηση των ενοικίων αποτελεί διεθνές φαινόμενο, η ελληνική περίπτωση παρουσιάζει ακραία χαρακτηριστικά. Στο διάστημα 2019-2024, τα ενοίκια στην Αθήνα εκτοξεύθηκαν κατά 50%, την ώρα που στο Παρίσι η αύξηση περιορίστηκε στο 14% και στη Μαδρίτη στο 26%. Παρά την αύξηση του μέσου μισθού κατά 27% στην Ελλάδα, τα δεδομένα της Eurostat επιβεβαιώνουν ότι οι Έλληνες δαπανούν το μεγαλύτερο ποσοστό του εισοδήματός τους για στέγαση σε ολόκληρη την ΕΕ. Η κυβερνητική πολιτική επιδοτήσεων φαίνεται να λειτουργεί μόνο ως προσωρινό αναλγητικό, καθώς το 83% των πολιτών δηλώνει αδυναμία αποταμίευσης, ενώ οι κοινωνικές δραστηριότητες, όπως η εστίαση και ο πολιτισμός, θυσιάζονται για να καλυφθεί το κόστος της στέγης.
Ο ξεριζωμός των κατοίκων από τις γειτονιές τους
Η είσοδος νέων, εύπορων ιδιοκτητών από το εξωτερικό αλλάζει βίαια τον κοινωνικό ιστό των αστικών κέντρων. Πολίτες που μεγάλωσαν και εργάζονται σε γειτονιές του κέντρου βρίσκονται αντιμέτωποι με έξωση ή υπέρογκες αυξήσεις, με στόχο την εκμετάλλευση των ακινήτων τους από ξένα κεφάλαια. Όπως σημειώνει ο καθηγητής Νίκος Κουραχάνης του Παντείου Πανεπιστημίου, η κατάσταση τείνει να επιδεινωθεί, δημιουργώντας μια αίσθηση «ξεριζωμού» για οικογένειες που αναγκάζονται να μετακινηθούν στα προάστια, χάνοντας τους κοινωνικούς τους δεσμούς. Αυτή η βίαιη ανακατανομή του πληθυσμού θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή, αποτελώντας ίσως τη μεγαλύτερη πρόκληση για τη βιωσιμότητα του ελληνικού οικονομικού μοντέλου τα επόμενα χρόνια.
Διαβάστε επίσης:
Κατασκοπεία: Έδωσε τρεις υπόπτους o σμήναρχος που προφυλακίστηκε – Οι απειλές και ο «Στίβεν Γουέιν»
Συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν: Σε διατήρηση του κλίματος ηρεμίας προσδοκά η Αθήνα











