Δεν θέτω το ερώτημα αυτό για λόγους γενικούς και αόριστους. Αντίθετα, νομίζω ότι στην τωρινή συγκυρία, με την κυβέρνηση Μητσοτάκη και τα πολλά-πολλά σκάνδαλά της, το ερώτημα έχει ήδη ξαναέρθει στην επικαιρότητα και καλό είναι να το απαντήσουμε μετά λόγου γνώσεως.

Μπορεί άραγε, στην περίπτωση Μητσοτάκη, να υπάρχει εξαίρεση από τον ιστορικό κανόνα δεκαετιών ότι, σχεδόν ποτέ στην Ελλάδα, καμία κυβέρνηση δεν έπεσε άμεσα εξ αιτίας των σκανδάλων;

Δεν χρειάζεται να πάμε πολύ πίσω. Η μεταπολεμική αλλά και η μεταπολιτευτική πολιτική Ιστορία της Ελλάδας είναι γεμάτη σκάνδαλα που τα πιο πολλά απ’ αυτά συντέλεσαν δραστικά στη διασπάθιση δημόσιου χρήματος και την αναπαραγωγή της φτώχειας και της καθυστέρησης. Όχι μόνο θα έπρεπε να πέσουν κυβερνήσεις, αλλά, πολύ περισσότερο, θα έπρεπε να είχαν χαραχτεί ανοικτοί δρόμοι δομικής αποτροπής των σκανδάλων για το μέλλον. Ούτε αυτό έγινε. Ίσα-ίσα, η φθορά κυβερνήσεων και πολιτικών κομμάτων συνοδεύτηκε από τη συνολική φθορά του πολιτικού συστήματος αλλά και των δημοκρατικών κατακτήσεων του λαού.

Τι πρέπει να κάνει λοιπόν η κοινωνική πλειοψηφία αλλά και κάθε έντιμη, προοδευτική και δημοκρατική πολιτική δύναμη που θέλει να την εκπροσωπήσει; Να επικεντρώσει στα σκάνδαλα αποκλειστικά ως εργαλείο αποδόμησης πολιτικών αντιπάλων και από την άλλη να τα αγνοήσει; Να σωπάσει; Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αντίθετα, και κυρίως εδώ αναφέρομαι στις δυνάμεις της Αριστεράς, οφείλουμε να στηλιτεύουμε διαρκώς όλα αυτά τα φαινόμενα και τους υπεύθυνους – ενόχους με σταθερότητα, αποφασιστικότητα και επιμονή, χωρίς όμως κοντόθωρες σκοπιμότητες. Γιατί το να συμβάλουμε στην πτώση μιας φαύλης κυβέρνησης είναι όντως καίριας σημασίας καθήκον μας, αλλά ακόμα πιο μεγάλο καθήκον -και για μας και για την κοινωνία και τα συμφέροντά της- είναι η συστηματική επιδίωξη αποτροπής της αναπαραγωγής των ίδιων φαινομένων. Διαφορετικά υπονομεύεται και η αξιοπιστία της κάθε φορά Αντιπολίτευσης και ακόμα πιο πολύ της Αριστερής Αντιπολίτευσης, από την οποία η κοινωνία περιμένει κάτι πολύ περισσότερο. Ούτε μπορεί να μας ικανοποιήσει ο ολόσωστος κατά τα άλλα ισχυρισμός ότι… “σκάνδαλο είναι ο καπιταλισμός”, γιατί κάτι τέτοιο, για μεγάλες ιστορικές περιόδους, μάλλον στη μοιρολατρία οδηγεί.

Όμως το γιατί δεν πέφτουν κυβερνήσεις από τα σκάνδαλα, ενώ θα έπρεπε, συγκροτεί ένα πολύ μεγάλο και ουσιαστικό ερώτημα που δεν πρέπει να το αποφύγουμε. Εδώ ακριβώς κρύβεται όλη η ουσία, αν θέλουμε πραγματικά να αναζητήσουμε φωτεινές διεξόδους.

Συνοπτικά πάντως, επιχειρώντας να καταγράψω τις κύριες αιτίες, δεν μπορώ να μην αναφερθώ σε τρεις τουλάχιστον απ’ αυτές. Η μία είναι η πολυετής χειραγώγηση των λαϊκών συνειδήσεων στο όνομα μιας δήθεν κανονικότητας που, όταν γίνεται αποδεκτή, ενεργοποιεί και τη συνενοχή της κοινωνίας. Η δεύτερη είναι η προφανής προτεραιοποίηση των πιεστικών λαϊκών αναγκών που συγκροτούν το άγχος της άμεσης επιβίωσης, ατομικής και οικογενειακής, για τους πολίτες που υποφέρουν και η τρίτη είναι ο κυνισμός των ισχυρών οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων που διαβρώνουν καταλυτικά το κυρίαρχο θεσμικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένης και της κρίσιμης προσαρμοστικότητας της Δικαιοσύνης. Όσο για το παρακράτος, τα εγχώρια και ξένα συμφέροντα, τις πρεσβείες και τις τράπεζες είναι πασίγνωστος ο ρόλος τους.

Τελειώνοντας, το σίγουρο για μένα είναι ότι θα ήταν απείρως χρησιμότερο η πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη να προέλθει κυρίως από την κοινωνική και πολιτική διεκδίκηση του κοινωνικού κράτους και της υπέρβασης του αβίωτου βίου για την πλειοψηφία των μισθωτών, των αυτοαπασχολούμενων και των νέων ανθρώπων.

Αυτό είναι το πεδίο στο οποίο θα μετρηθεί η αξιοσύνη μιας δημοκρατικής Αντιπολίτευσης, αποδεχόμενη το αναντίρρητο στην πραγματικότητα γεγονός ότι, αν αυτός ο δύσκολος στόχος επιτευχθεί, τότε και τα σκάνδαλα θα έχουν πολύ πιο μεγάλες δυσκολίες να αποτελούν κυρίαρχο πρότυπο άσκησης πολιτικής από τους κυβερνώντες.