Το ενδεχόμενο κλεισίματος ή σοβαρής συρρίκνωσης της βάσης της Ryanair στο αεροδρόμιο «Μακεδονία» έχει σημάνει συναγερμό στη Θεσσαλονίκη. Αν οι πληροφορίες που κυκλοφορούν τις τελευταίες ημέρες επιβεβαιωθούν, η πόλη δεν θα χάσει απλώς ορισμένα αεροπορικά δρομολόγια αλλά ένα σημαντικό κομμάτι της διεθνούς της προσβασιμότητας, σε μια περίοδο μάλιστα που επιχειρεί να ενισχύσει τον ρόλο της ως τουριστικός, συνεδριακός και μητροπολιτικός προορισμός.

Προς το παρόν, η υπόθεση παραμένει σε γκρίζα ζώνη. Η Ryanair εξετάζει το κλείσιμο της βάσης της στη Θεσσαλονίκη από το τέλος της θερινής περιόδου, με φόντο τη διαπραγμάτευση με τη Fraport και τις χρεώσεις του αεροδρομίου. Από την πλευρά της, η Fraport φέρεται να διαμηνύει ότι δεν έχει λάβει επίσημη ενημέρωση από την εταιρεία για μια τέτοια απόφαση, σημειώνοντας πως οι συζητήσεις με τις αεροπορικές εταιρείες αποτελούν μέρος της συνήθους εμπορικής διαδικασίας.

Η αβεβαιότητα αυτή είναι και ο λόγος που η αντίδραση των τοπικών αρχών υπήρξε άμεση. Ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης Στέλιος Αγγελούδης συγκάλεσε έκτακτη σύσκεψη εργασίας, με τη συμμετοχή της αντιπεριφερειάρχου Τουρισμού Βίκυς Χατζηβασιλείου, της Αντιδημαρχίας Τουρισμού, του Οργανισμού Τουρισμού Θεσσαλονίκης και υπηρεσιακών παραγόντων. Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Δήμου, υπήρξε επικοινωνία με τον γενικό γραμματέα του ΕΟΤ Ανδρέα Φιορεντίνο, εστάλη επιστολή στην υπουργό Τουρισμού Όλγα Κεφαλογιάννη, ενώ ζητήθηκε και από τη Fraport επίσημη γραπτή ενημέρωση για το αν έχουν αλλάξει οι όροι συνεργασίας με τη Ryanair και αν έχουν γνωστοποιηθεί προθέσεις από την πλευρά της εταιρείας. Η φράση της ανακοίνωσης ότι «προτεραιότητα όλων είναι και οφείλει να είναι το συμφέρον της πόλης» αποτυπώνει και το βάρος της υπόθεσης.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η βάση μιας αεροπορικής εταιρείας δεν σημαίνει απλώς μερικές πτήσεις στον πίνακα αναχωρήσεων. Σημαίνει σταθμευμένα αεροσκάφη, πληρώματα με αφετηρία τη Θεσσαλονίκη, συχνότερα δρομολόγια, καλύτερες ώρες πτήσεων και μεγαλύτερη επιχειρησιακή ευελιξία. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, η Ryanair διατηρεί στη Θεσσαλονίκη τρία αεροσκάφη και απασχολεί περισσότερους από 200 εργαζόμενους, ενώ συνδέει την πόλη με δεκάδες προορισμούς στην Ελλάδα και την Ευρώπη.

Αν αυτό το δίκτυο περιοριστεί δραστικά, οι επιπτώσεις θα είναι άμεσες. Η Θεσσαλονίκη τα τελευταία χρόνια προσπαθεί να χτίσει προφίλ city break προορισμού, συνεδριακού κόμβου και πύλης εισόδου για τη Χαλκιδική και τη Βόρεια Ελλάδα. Όλα αυτά, όμως, προϋποθέτουν εύκολη και οικονομική πρόσβαση. Δεν αρκεί μια πόλη να έχει ιστορία, γαστρονομία, πολιτισμό και νυχτερινή ζωή. Πρέπει να μπορεί κανείς να φτάσει σε αυτήν γρήγορα, απευθείας και σε λογική τιμή.

Εδώ ακριβώς έγκειται η σημασία των low-cost πτήσεων. Η Ryanair, με όλα τα γνωστά χαρακτηριστικά του επιχειρηματικού της μοντέλου, έβαλε τη Θεσσαλονίκη στον χάρτη των φθηνών και συχνών ευρωπαϊκών μετακινήσεων. Οι χαμηλού κόστους πτήσεις δεν φέρνουν μόνο τουρίστες περιορισμένου budget. Φέρνουν φοιτητές, νέους ταξιδιώτες, Έλληνες του εξωτερικού, οικογένειες, επαγγελματίες, συνέδρους και επισκέπτες τριημέρου. Συχνά, το φθηνό εισιτήριο είναι η αφορμή για να επιλέξει κάποιος έναν προορισμό.

Αν χαθούν απευθείας γραμμές, η αλυσίδα είναι γνωστή: λιγότερες πτήσεις σημαίνουν λιγότερες επιλογές, άρα πιθανότατα ακριβότερους ναύλους και μικρότερη ζήτηση. Αυτό μεταφράζεται σε λιγότερες αφίξεις, λιγότερες διανυκτερεύσεις, μειωμένη κίνηση στην εστίαση, στα ταξί, στα καταστήματα, στις βραχυχρόνιες μισθώσεις και στα ξενοδοχεία. Το αεροπλάνο που δεν προσγειώνεται δεν λείπει μόνο από τον διάδρομο του αεροδρομίου. Λείπει από την οικονομία της πόλης.

Το ζήτημα, μάλιστα, δεν περιορίζεται στα όρια της Θεσσαλονίκης. Το αεροδρόμιο «Μακεδονία» εξυπηρετεί ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα. Από αυτό περνούν επισκέπτες που κατευθύνονται στη Χαλκιδική, την Πιερία, την Ημαθία, την Πέλλα, τις Σέρρες, το Κιλκίς και άλλες περιοχές της Μακεδονίας. Έτσι, μια πιθανή συρρίκνωση του δικτύου της Ryanair θα μπορούσε να επηρεάσει συνολικά την τουριστική και οικονομική κίνηση της περιοχής.

Βεβαίως, καμία πόλη δεν μπορεί να εξαρτάται απόλυτα από μία εταιρεία. Η Ryanair είναι γνωστή για τη σκληρή διαπραγματευτική της τακτική και για τη μετακίνηση αεροσκαφών σε αγορές όπου βρίσκει χαμηλότερα κόστη και ευνοϊκότερους όρους. Αυτό όμως δεν μειώνει τη σημασία του προβλήματος. Αντιθέτως, δείχνει ότι ο ανταγωνισμός των πόλεων περνά πλέον μέσα και από την αεροπορική τους συνδεσιμότητα.

Η Θεσσαλονίκη δεν ανταγωνίζεται μόνο την Αθήνα ή τους ελληνικούς νησιωτικούς προορισμούς. Ανταγωνίζεται τη Σόφια, τα Τίρανα, το Βελιγράδι, το Βουκουρέστι, τη Βουδαπέστη και άλλες πόλεις που διεκδικούν μερίδιο από το ίδιο κοινό. Στον σύγχρονο τουρισμό, η προσβασιμότητα δεν είναι δευτερεύον ζήτημα. Είναι προϋπόθεση ανταγωνισμού.

Γι’ αυτό και η υπόθεση Ryanair πρέπει να λειτουργήσει ως καμπανάκι. Η άμεση κινητοποίηση του Δήμου είναι αναγκαία, όμως το ζητούμενο δεν είναι μόνο να αποτραπεί μια πιθανή αρνητική εξέλιξη. Το ζητούμενο είναι να αποκτήσει η Θεσσαλονίκη σταθερή στρατηγική για τις αεροπορικές της συνδέσεις: ποιες αγορές θέλει, ποιες γραμμές θεωρεί κρίσιμες, ποιες εταιρείες μπορεί να προσελκύσει, πώς θα συντονιστούν Δήμος, Περιφέρεια, υπουργεία, τουριστικοί φορείς και αεροδρόμιο.

Το πιθανό κλείσιμο ή η συρρίκνωση της βάσης της Ryanair είναι τεστ για το αν η Θεσσαλονίκη αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως πραγματικό μητροπολιτικό κόμβο. Διότι μια πόλη μπορεί να έχει ιστορία, χαρακτήρα και δυναμική. Αν όμως χάνει συνδέσεις, γίνεται λίγο πιο μακρινή, λίγο πιο ακριβή και λίγο λιγότερο αυτονόητη επιλογή.

Και για τη Θεσσαλονίκη, που παλεύει χρόνια να αποδείξει ότι δεν είναι απλώς «συμπρωτεύουσα» από συνήθεια, αλλά μητρόπολη από δυνατότητα, αυτό είναι πολύ σοβαρό για να χωρέσει σε έναν απλό πίνακα πτήσεων.