Η σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές δυνάμεις στο Καράκας πυροδότησε σφοδρή και πολωμένη πολιτική αντιπαράθεση στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών, φέρνοντας στο προσκήνιο θεμελιώδη ερωτήματα για τη νομιμότητα της επιχείρησης, τον ρόλο του Κογκρέσου και τα όρια της αμερικανικής ισχύος στο διεθνές σύστημα.
Διχασμός στην Ουάσινγκτον για τη σύλληψη Μαδούρο
Η κυβέρνηση Τραμπ και στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος υπερασπίστηκαν την επιχείρηση επικαλούμενοι αμερικανικό κατηγορητήριο του 2020, που κατηγορεί τον Μαδούρο για διακίνηση ναρκωτικών και «ναρκοτρομοκρατία». Στον αντίποδα, οι Δημοκρατικοί κατήγγειλαν ανοιχτά τη σύλληψη ως απροκάλυπτη παραβίαση της κυριαρχίας της Βενεζουέλας, του διεθνούς δικαίου και της αρχής της αυτοδιάθεσης των λαών.
Η κριτική επικεντρώθηκε όχι μόνο στη στρατιωτική διάσταση της επιχείρησης, αλλά και στο πολιτικό της υπόβαθρο, με κατηγορίες ότι η Ουάσινγκτον επιχειρεί βίαιη αλλαγή καθεστώτος σε μια χώρα της Λατινικής Αμερικής, επαναφέροντας πρακτικές άλλων εποχών.
Σάντερς: «Παράνομη και αντισυνταγματική ενέργεια»
Ο γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς ήταν από τους πρώτους που καταδίκασαν δημόσια τη μονομερή στρατιωτική δράση του προέδρου Τραμπ, χαρακτηρίζοντάς την παράνομη, αντισυνταγματική και επικίνδυνη για τη διεθνή ασφάλεια. Όπως τόνισε, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν έχει το δικαίωμα να οδηγεί μονομερώς τη χώρα σε πόλεμο, υποκαθιστώντας το Κογκρέσο, το οποίο βάσει του Συντάγματος είναι το μόνο αρμόδιο όργανο για την κήρυξη πολέμου.
Ο Σάντερς προειδοποίησε ότι η ενέργεια αυτή δημιουργεί ένα εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο, ανοίγοντας τον δρόμο ώστε οποιαδήποτε μεγάλη δύναμη να επικαλείται κατηγορίες εγκληματικής συμπεριφοράς για να εισβάλει σε ξένες χώρες και να συλλαμβάνει ηγέτες. Παρομοίασε μάλιστα τη λογική που χρησιμοποιήθηκε για τη Βενεζουέλα με τα επιχειρήματα που επικαλέστηκε η Ρωσία για την εισβολή στην Ουκρανία.
Αιχμές για ιμπεριαλισμό και πετρέλαιο
Ιδιαίτερα σκληρή ήταν η κριτική του Σάντερς στην επίκληση του Δόγματος Μονρόε από την κυβέρνηση Τραμπ, υπογραμμίζοντας ότι η αντίληψη περί αμερικανικής κυριαρχίας στο δυτικό ημισφαίριο συνιστά χονδροειδή ιμπεριαλισμό. Όπως σημείωσε, οι αναφορές στον έλεγχο των τεράστιων πετρελαϊκών αποθεμάτων της Βενεζουέλας παραπέμπουν στα πιο σκοτεινά κεφάλαια των αμερικανικών επεμβάσεων στη Λατινική Αμερική, αφήνοντας πίσω τους μακροχρόνιες πληγές.
Προειδοποιήσεις για θεσμική εκτροπή
Από την πλευρά του, ο γερουσιαστής Μαρκ Γουόρνερ, αντιπρόεδρος της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, υπογράμμισε ότι η χρήση στρατιωτικής βίας για την επιβολή αλλαγής καθεστώτος απαιτεί τον αυστηρότερο θεσμικό έλεγχο. Κατηγόρησε τον Τραμπ ότι παρέκαμψε το Κογκρέσο και προειδοποίησε πως, αν οι ΗΠΑ διεκδικήσουν το δικαίωμα να συλλαμβάνουν ξένους ηγέτες με στρατιωτικά μέσα, τότε ανοίγει ο δρόμος για αντίστοιχες ενέργειες από δυνάμεις όπως η Κίνα ή η Ρωσία, οδηγώντας σε κατάρρευση των διεθνών κανόνων.
Αντιδράσεις από τη Νέα Υόρκη και το Κογκρέσο
Έντονες αντιδράσεις εξέφρασαν και πολιτικά πρόσωπα της Νέας Υόρκης. Η βουλευτής Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ αμφισβήτησε ανοιχτά ότι το πραγματικό κίνητρο της επιχείρησης ήταν η καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών, κάνοντας λόγο για επιχείρηση αλλαγής καθεστώτος με φόντο το πετρέλαιο. Ο δήμαρχος της πόλης Ζόχραν Μαμντάνι χαρακτήρισε τη μονομερή επίθεση πράξη πολέμου και παραβίαση τόσο του ομοσπονδιακού όσο και του διεθνούς δικαίου, επισημαίνοντας τις συνέπειες για τη μεγάλη βενεζουελανή κοινότητα της Νέας Υόρκης.
Ο βουλευτής Γκρέγκορι Μικς προειδοποίησε ότι η επιχείρηση κινδυνεύει να εμπλέξει τις ΗΠΑ σε μια ανοιχτή και αόριστη σύγκρουση που θα αποσταθεροποιήσει ολόκληρη την περιοχή, ενώ ο γερουσιαστής Άντι Κιμ κατηγόρησε κορυφαίους αξιωματούχους της κυβέρνησης ότι παραπλάνησαν συνειδητά το Κογκρέσο, διαβεβαιώνοντας πως δεν επρόκειτο για αλλαγή καθεστώτος.
«Πόλεμος επιλογής», λένε οι επικριτές
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο βουλευτής Ρο Κάνα κατηγόρησε τον Τραμπ ότι πρόδωσε τον αμερικανικό λαό ξεκινώντας έναν «πόλεμο επιλογής», θυμίζοντας τις οδυνηρές εμπειρίες από το Ιράκ, το Αφγανιστάν και τη Λιβύη. Όπως σημείωσε, η υπόθεση της Βενεζουέλας αναδεικνύει για ακόμη μία φορά τη σύγκρουση ανάμεσα στις διακηρύξεις περί ειρήνης και τη διαχρονική προσήλωση ενός τμήματος της αμερικανικής πολιτικής ελίτ στον μιλιταρισμό.
Η σύλληψη Μαδούρο, πέρα από τις διεθνείς της διαστάσεις, φαίνεται έτσι να εξελίσσεται σε έναν βαθύ εσωτερικό πολιτικό σεισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες, με το ερώτημα της νομιμότητας και των ορίων της αμερικανικής ισχύος να βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.
Διαβάστε επίσης:
Από τη Γουατεμάλα στο Καράκας: Η μακρά ιστορία των αμερικανικών επεμβάσεων στη Λατινική Αμερική
Τι είχε «ευχηθεί» ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο στον Ντόναλντ Τραμπ
Κάμαλα Χάρις στον Τραμπ: «Επικίνδυνη αλλαγή καθεστώτος χωρίς σχέδιο και νομιμοποίηση»











