Σε ένα περιβάλλον ακρίβειας και ανασφάλειας, η δημόσια συζήτηση για τη στέγαση αναζητά απαντήσεις. Συχνά, όμως, επιλέγει έναν «βολικό» στόχο: τη βραχυχρόνια μίσθωση. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη — και απαιτεί τεκμηριωμένη πολιτική.

Η πίεση ξεκινά από το εισόδημα. Οι μισθοί, στον ιδιωτικό τομέα, παραμένουν σε επίπεδα επιβίωσης, ενώ το κόστος ζωής ανεβαίνει. Για χιλιάδες νοικοκυριά το εισόδημα «τελειώνει» πριν τελειώσει ο μήνας. Όταν η στέγη απορροφά μεγάλο μέρος του μισθού, η κρίση δεν είναι μόνο στεγαστική· είναι κρίση αξιοπρέπειας.

Συχνά, στον δημόσιο διάλογο, ο κλάδος παρουσιάζεται ως βασικός παράγοντας του προβλήματος. Όμως η στεγαστική κρίση δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα· είναι ευρωπαϊκό (και διεθνές) φαινόμενο, που πρέπει να διαβάζεται με εθνικούς όρους: κάθε χώρα έχει διαφορετική αγορά κατοικίας, εισοδήματα, ανάγκες και θεσμικά εργαλεία.

Μια ανάγνωση των δεδομένων δείχνει ότι η κρίση είναι πολυπαραγοντική. Δεν μπορεί να εξαντλείται σε μια απλουστευτική αφήγηση, ούτε να «λύνεται» με την αναζήτηση ενός εύκολου ενόχου. Σε αρκετές περιπτώσεις, η βραχυχρόνια μίσθωση αντιμετωπίζεται σαν να «τιμωρείται» για την επιτυχία της και τη διεθνή αποδοχή του μοντέλου φιλοξενίας που προσφέρει, αλλά και επειδή λειτουργεί ως εύχρηστος στόχος σε περιόδους κοινωνικής πίεσης.

Την 01/01/2025 η κυβέρνηση προχώρησε σε οριζόντια απαγόρευση έκδοσης νέων ΑΜΑ σε τρία δημοτικά διαμερίσματα της Αθήνας, χωρίς δημόσια διαθέσιμα στοιχεία, μελέτη επιπτώσεων ή ουσιαστική διαβούλευση. Ο στόχος ήταν η αύξηση διαθεσιμότητας και η αποκλιμάκωση των ενοικίων. Περισσότερο από έναν χρόνο μετά, δεν έχει παρουσιαστεί πειστικά ότι ο στόχος επιτεύχθηκε, ενώ το μέτρο συνεχίζεται και συζητείται επέκταση.

Την ίδια στιγμή, οι τιμές των ενοικίων αυξάνονται και σε περιοχές μη τουριστικές, όπου η βραχυχρόνια μίσθωση είναι περιορισμένη ή ανύπαρκτη. Κι όμως, η συζήτηση συχνά επιμένει μονοδιάστατα, παγιδεύοντας την κοινωνία σε σύγκρουση ομάδων, χωρίς εφαρμοστικές λύσεις.

Η στεγαστική πίεση συνδέεται με δομικά ζητήματα: πολυετή υποχώρηση της οικοδομικής δραστηριότητας μετά την κρίση, αυξημένο κόστος κατασκευής/ανακαίνισης, κλειστά ή αναξιοποίητα ακίνητα, ανεπαρκή κοινωνική κατοικία και φοιτητικές εστίες, απουσία μηχανισμών στέγασης για μετακινούμενους εργαζόμενους (εκπαιδευτικούς, υγειονομικούς), και εισοδήματα που δεν συμβαδίζουν με το κόστος ζωής.

Σε αυτό το πλαίσιο, η έμμεση “γραμμή” που συχνά εκπέμπεται είναι: αφού το κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μισθούς, ακρίβεια και επάρκεια κατοικίας, ας μεταφερθεί η ευθύνη στους ιδιοκτήτες. Όμως τα ακίνητα είναι επενδύσεις με κόστος συντήρησης, συμμόρφωσης και φορολογικές υποχρεώσεις (ΕΝΦΙΑ). Η βιωσιμότητα της ιδιοκτησίας δεν μπορεί να υποκαθιστά κοινωνική πολιτική.

Αν θέλουμε πραγματικά να αντιμετωπίσουμε τη στεγαστική κρίση, χρειαζόμαστε ολοκληρωμένη πολιτική: δημόσια δεδομένα και αξιολόγηση μέτρων, κίνητρα για ενεργοποίηση κλειστών ακινήτων και ανακαινίσεις, επένδυση σε κοινωνική κατοικία/εστίες, στέγαση για μετακινούμενους εργαζόμενους, και ρύθμιση της βραχυχρόνιας με ισορροπία (κανόνες, έλεγχοι, διαφάνεια) — όχι οριζόντιες απαγορεύσεις χωρίς τεκμηρίωση.

Ο κοινωνικός αυτοματισμός δεν μειώνει ενοίκια, δεν αυξάνει μισθούς, δεν χτίζει σπίτια. Η Ελλάδα χρειάζεται πραγματική πολιτική στέγασης, όχι “εύκολους ενόχους”.