Ο Στέλιος Καζαντζίδης υπήρξε ένας από τους ελάχιστους τραγουδιστές που κέρδισαν αδιαφιλονίκητα τον τίτλο του λαϊκού ερμηνευτή. Αγαπήθηκε όσο λίγοι, τραγουδήθηκε φανατικά και χάρισε το αίσθημα της οικειότητας σε ανθρώπους που ένιωσαν πως τραγουδούσε για εκείνους.
Από τη Νέα Ιωνία στο πάλκο
Γεννημένος στις 29 Αυγούστου 1931 στη Νέα Ιωνία, παιδί προσφύγων από τη Μικρά Ασία, άκουσε από μικρός τα τραγούδια της παράδοσης. Η φωνή του, γεμάτη «κλάμα» και ψυχή, τον ξεχώρισε από νωρίς. Δούλεψε σε εργοστάσιο, ώσπου το αφεντικό του, αναγνωρίζοντας το ταλέντο του, του χάρισε μια κιθάρα. Από την ταβέρνα της γειτονιάς έφτασε το 1950 να εμφανιστεί στην Κηφισιά και δύο χρόνια μετά να ηχογραφήσει στην Columbia.
Η χρυσή εποχή
Η δεκαετία 1957–1965 θεωρείται η πιο γόνιμη περίοδος του. Η συνεργασία του με τη Μαρινέλλα και κορυφαίους συνθέτες (Τσιτσάνη, Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, Λοΐζο κ.ά.) άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα. Το κοινό τον λάτρεψε σε λαϊκά κέντρα και δισκογραφία, ενώ τραγούδια του έγιναν «ύμνοι» για τους εργάτες, τους πρόσφυγες και τους κοινωνικά αποκλεισμένους.
Απόσυρση και επιστροφή
Το 1965, στο απόγειο της καριέρας του, ο Καζαντζίδης αποφάσισε να αποσυρθεί από τα νυχτερινά κέντρα, διατηρώντας επαφή με το κοινό μόνο μέσα από τους δίσκους. Προβλήματα με τη δισκογραφική «Μίνως» οδήγησαν σε μακρά σιωπή, αλλά το 1987 επανήλθε θριαμβευτικά, συνεργαζόμενος με νέους δημιουργούς. Το κύκνειο άσμα του ήταν ο δίσκος «Έρχονται χρόνια δύσκολα».
Το τέλος μιας θρυλικής πορείας
Ο Στέλιος Καζαντζίδης έφυγε από τη ζωή στις 14 Σεπτεμβρίου 2001, σε ηλικία 70 ετών, έπειτα από μάχη με τον καρκίνο. Έμεινε στη μνήμη ως η φωνή που ένωσε τον πόνο με την ελπίδα, την ξενιτιά με την προσδοκία και χάρισε στο λαϊκό τραγούδι την πιο αυθεντική του μορφή.