Η μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας έχει αποφασίσει ότι η χώρα χρειάζεται πολιτική αλλαγή. Και το ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ είναι ένα: είμαστε έτοιμοι να αναλάβουμε ξανά την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας;

Η συμμετοχή περίπου 175.000 πολιτών στην εκλογή συνέδρων δεν αποτελεί απλώς μια επιτυχημένη οργανωτική διαδικασία. Είναι σαφές πολιτικό μήνυμα ότι ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας αναζητά εναλλακτική έκφραση και στρέφει το βλέμμα του προς το ΠΑΣΟΚ. Με μια «αύρα» δυναμικής επιστροφής. Μια υπενθύμιση ότι η βάση του ΠΑΣΟΚ είναι έτοιμη και να δει, αλλά και να εργαστεί για να κάνει το κόμμα της πάλι κραταιό. Πάντα υπό την προϋπόθεση ότι το κόμμα θα τιμήσει το κεφάλαιο συμμετοχής που του δόθηκε.

Η γενικά καλή εικόνα των εσωκομματικών δεν ήταν χωρίς προβλήματα. Οι καθυστερήσεις και η ταλαιπωρία, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, ανέδειξαν αδυναμίες που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Αντίθετα, πρέπει να αποτελέσουν αφετηρία για αλλαγές. Γιατί ένα κόμμα που φιλοδοξεί να κυβερνήσει χρειάζεται σύγχρονα εργαλεία, αξιόπιστο ηλεκτρονικό μητρώο και δυνατότητα συμμετοχής που να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής. Για αυτό και οφείλουμε να εξετάσουμε άμεσα την εφαρμογή ηλεκτρονικής ψηφοφορίας για όλα τα μεγάλα θέματα που αφορούν τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ. Καθετί που κάνουμε πρέπει να δείχνει ότι είμαστε έτοιμοι να κυβερνήσουμε.

Σε μια περίοδο όπου η πολιτική απαξίωση συναντά την κοινωνική ανασφάλεια, τα κόμματα δεν κρίνονται μονάχα από τις διακηρύξεις τους αλλά από την ικανότητά τους να πείθουν ότι μπορούν να κυβερνήσουν. Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα για το ΠΑΣΟΚ σήμερα. Και εδώ ακριβώς έρχεται το Συνέδριο. Η κοινωνία δεν ζητά ένα συνέδριο εσωτερικών ισορροπιών. Ζητά ένα συνέδριο ουσίας. Ένα συνέδριο που θα δώσει καθαρές απαντήσεις στα κρίσιμα ζητήματα και κυρίως πώς σκοπεύει να το κάνει πράξη.

Αυτό σημαίνει τρία πράγματα. Πρώτον, καθαρές πολιτικές αποφάσεις. Με σαφή τοποθέτηση και πολιτικές αιχμές για τις τρεις μεγάλες κρίσεις που ταλανίζουν την ελληνική κοινωνία. Στην αγορά με την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας ώστε περισσότεροι συμπολίτες μας να μπορούν να χαρούν τον πλούτο που παράγει η χώρα μας. Στους θεσμούς μέσω της ενδυνάμωσής τους, ώστε περισσότερες Ελληνίδες και Έλληνες να νιώθουν ότι η εξουσία ελέγχεται σε κάθε της έκφραση. Και στα εθνικά θέματα με την επαναφορά της θέσης και του ρόλου της Ελλάδας στο διεθνές στερέωμα ως γέφυρα πολιτισμών και διαμεσολαβητής για την ειρήνη, που πάντα μας εγγυόταν την ασφάλειά μας.

Δεύτερον, διακριτή και αξιόπιστη ηγετική ομάδα. Ένα πρόγραμμα, όσο σωστό κι αν είναι, δεν αρκεί από μόνο του. Χρειάζεται πρόσωπα που μπορούν να το υπηρετήσουν, να το υπερασπιστούν και να πείσουν ότι μπορούν να το κάνουν πράξη.

Τρίτον, ξεκάθαρη στρατηγική στόχευση στις μετεκλογικές συνεργασίες. Σε μια Ευρώπη που γεννά συνέχεια ακραίες φωνές λαϊκισμού, η Ελλάδα πρέπει να αντισταθεί με μια νέα πολιτική ισορροπία που δίνει στον πολίτη αξιόπιστες εναλλακτικές προτάσεις διακυβέρνησης. Αυτό σημαίνει ότι το εθνικά υπεύθυνο, πριν και μετά τις εκλογές, είναι η Νέα Δημοκρατία να «μαζέψει» την δεξιά πολυκατοικία και το ΠΑΣΟΚ να κινητοποιήσει τους προοδευτικούς ψηφοφόρους που σήμερα δεν έρχονται στην κάλπη. Κάθε θόλωση αυτού του μηνύματος με μετεκλογική συνεργασία του ΠΑΣΟΚ με τη Νέα Δημοκρατία θα οδηγήσει, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, σε αναξιόπιστες φωνές λαϊκισμού να εκμεταλλεύονται τις δυσκολίες της καθημερινότητας για να αναλάβουν μια μέρα, στο εγγύς συνήθως μέλλον την εξουσία. Την τελευταία φορά που έγινε αυτό στην Ελλάδα, το πληρώσαμε 60 δισ. με τη «Διαπραγμάτευση Βαρουφάκη». Στο μέλλον, το τίμημα θα είναι λαϊκίστικα ή και φασιστικά κόμματα που θα καλεστούν μια μέρα να χειριστούν τα εθνικά θέματα, μια ευάλωτη ακόμα οικονομία και θεσμούς που δεν ελέγχουν καμία κεντρική εξουσία. Αν η Αγγλία, η Γαλλία, η Δανία και η Αυστρία έχουν την πολυτέλεια να το κάνουν, η Ελλάδα δεν την έχει.

Το Συνέδριο, λοιπόν, δεν είναι το τέλος μιας διαδικασίας. Είναι η αρχή της προεκλογικής μάχης. Είναι το σημείο από το οποίο το ΠΑΣΟΚ πρέπει να βγει με «όπλα»: με σχέδιο, με πρόγραμμα, με καθαρό πολιτικό στίγμα. Όμως, η πραγματική δοκιμασία ξεκινά την επόμενη μέρα. Εκεί όπου η πολιτική παύει να είναι εσωκομματική διαδικασία και γίνεται κοινωνική σχέση. Εκεί όπου το μήνυμα πρέπει να φτάσει σε κάθε πολίτη που σήμερα νιώθει ότι δεν εκπροσωπείται. Εκεί όπου η πολιτική αλλαγή δεν θα έρθει από τη φθορά του αντιπάλου, αλλά από την αξιοπιστία της εναλλακτικής πρότασης.

Η εμπειρία δείχνει ότι τίποτα δεν υποκαθιστά την άμεση επαφή. Η προεκλογική εκστρατεία δεν μπορεί να είναι μόνο επικοινωνία κορυφής ή συνδιασκέψεις που εμφανίζονται οι ίδιοι και οι ίδιοι. Χρειάζεται παρουσία στη βάση. Πόρτα-πόρτα, άνθρωπο με άνθρωπο. Εκεί χτίζεται η εμπιστοσύνη. Εκεί μετατρέπεται η συμμετοχή σε σχέση. Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν υπάρχει χώρος για το ΠΑΣΟΚ. Ο χώρος υπάρχει και εκφράστηκε. Το ερώτημα είναι αν το ίδιο το κόμμα θα σταθεί στο ύψος της ευκαιρίας. Είναι δουλειά όλων μας να πείσουμε ότι μπορούμε.