«Μας στείλατε… κουβά»! Αυτό μου είπε δημοσιογράφος της Θεσσαλονίκης όταν μου τηλεφώνησε το βράδυ της Πέμπτης, στο πλαίσιο του ρεπορτάζ που ετοίμαζε για την πολύωρη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής μας Ομάδας. Και η αλήθεια είναι πως στα 22 χρόνια που είμαι βουλευτής καμία προηγούμενη συνεδρίαση δεν διήρκησε 5 ώρες. Μαζί με πολλούς δημοσιογράφους «κουβά» πήγανε και όλοι οι κακοπροαίρετοι που περίμεναν ότι από το πρωί της Παρασκευής η Νέα Δημοκρατία θα βρισκόταν στα πρόθυρα του εσωκομματικού εμφυλίου ή ακόμα και της διάλυσης. Πόνταραν και έχασαν αφού ούτε «Κούγκι» γίναμε, ούτε συνάδελφοι βγήκανε στο πολιτικό… αντάρτικο. Η εικόνα που εκπέμπουμε είναι ενός κόμματος με συνοχή, πολιτικό σχέδιο και καθαρή στόχευση για την επόμενη ημέρα, γιατί πολύ απλά ο εσωκομματικός διάλογος είναι η δύναμή μας.
Ενωμένοι και αποφασισμένοι για την τρίτη αυτοδύναμη κυβερνητική θητεία προχωράμε προς τις εθνικές εκλογές, «ιδρώνοντας τη φανέλα» και κερδίζοντας και αυτήν την μάχη. Εύκολο – δύσκολο, οι μάχες δεν κερδίζονται από τον καναπέ, παρά μονάχα όταν βγαίνουμε στην κοινωνία, επικοινωνούμε με τους πολίτες και εξηγούμε την πολιτική μας πρόταση. Αυτή είναι η υποχρέωσή μας. Να είμαστε σε όλες τις γειτονιές, στους χώρους εργασίας, δίπλα στους νέους ανθρώπους και τους παραγωγικούς φορείς. Να διορθώνουμε λάθη, να αναγνωρίζουμε αστοχίες, αλλά ταυτόχρονα να υπερασπιζόμαστε το πλούσιο έργο που έχει γίνει και να χτίζουμε με σοβαρότητα και υπευθυνότητα την επόμενη ημέρα για τη χώρα. Αυτό ζητά από εμάς η κοινωνία. Σταθερότητα, ευθύνη και λύσεις. Και αυτόν τον δρόμο θα συνεχίσουμε να υπηρετούμε με ενότητα, αυτοπεποίθηση και καθημερινή δουλειά.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η πρόταση μας για μια «πλούσια» αναθεώρηση του Συντάγματος, παρέμβαση που ακουμπά τις περισσότερες παθογένειες που προέκυψαν στη Μεταπολίτευση. Άλλωστε το Σύνταγμα του 1975 αποπνέει τις αντιλήψεις του 20ου αιώνα και ως εκ τούτου η χώρα μας χρειάζεται ένα Σύνταγμα ικανό να υπηρετεί τις ανάγκες του 21ου αιώνα, το οποίο θα απηχεί τις σύγχρονες αντιλήψεις για την οικονομία, το κράτος, την παιδεία, το κοινωνικό κράτος. Το ζητούμενο, λοιπόν, είναι ένα κράτος που λειτουργεί γρήγορα, δίκαια και αποτελεσματικά, που δεν εγκλωβίζεται σε αγκυλώσεις και που μπορεί να παράγει πολιτικές με συνέχεια και αξιοπιστία.
Προσωπικά με χαροποιεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι πολλές από τις προτάσεις που καταθέτουμε τις είχα θέσει στο δημόσιο διάλογο μέσω του βιβλίου μου «Ορκίζομαι». Σε ό,τι με αφορά τάσσομαι υπέρ της εκλογής όλων των βουλευτών μέσα από μικρές εκλογικές περιφέρειες, της αντικατάστασης όλων των Βουλευτών Επικρατείας από Ομογενείς, της ανεξαρτησίας της ψήφου του Βουλευτή, της σταθερής 4ετούς κοινοβουλευτικής θητείας, της καθιέρωσης ορίου θητείας για όλους τους αιρετούς, της αναθεώρησης του άρθρου 16 για την Παιδεία, της παρουσίας υπερκομματικών μόνιμων υφυπουργών σε κρίσιμα υπουργεία όπως επίσης υπέρ της καθιέρωσης σταθερού εκλογικού συστήματος.
Επιπρόσθετα, σε ό,τι αφορά τη θεσμική θωράκιση του Συντάγματος, τάσσομαι υπέρ της κατάργησης της βουλευτικής ασυλίας, της κατάργησης του νόμου περί ευθύνης των Υπουργών, της στελέχωσης των εξεταστικών επιτροπών από δικαστές, του ουσιαστικού ελέγχου του «πόθεν έσχες», του ετήσιου ελέγχου των οικονομικών των κομμάτων και της μείωσης του ορίου εκλογικών δαπανών. Επιπρόσθετα προτείνω τη θέσπιση ορίου 5% για την είσοδο στη Βουλή και επιστροφή της κρατικής επιχορήγησης σε κόμματα που δεν το επιτυγχάνουν.
Στη μεγάλη εικόνα η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι μια πολιτική επιλογή με ιστορικό βάρος. Μπροστά μας έχουμε την ευκαιρία να διαμορφώσουμε μια νέα ισορροπία ανάμεσα στο κράτος και τον πολίτη, με περισσότερα δικαιώματα αλλά και μεγαλύτερη ευθύνη, με περισσότερη ελευθερία αλλά και ισχυρότερους θεσμούς. Έτσι, αν κάτι χρειάζεται σήμερα η χώρα, είναι ένα νέο συμβόλαιο εμπιστοσύνης με την κοινωνία για την Ελλάδα του αύριο. Και αυτό δεν μπορεί να οικοδομηθεί χωρίς γενναίες αποφάσεις, χωρίς καθαρές τομές και χωρίς τη βούληση να αφήσουμε πίσω μας πρακτικές που έχουν εξαντλήσει τα όριά τους. Η συνταγματική αναθεώρηση είναι η ευκαιρία.








