Πάντοτε υπάρχουν ειδήσεις που τις διαβάζεις και για λίγα δευτερόλεπτα δεν ξέρεις πού να ακουμπήσεις το βλέμμα σου. Όχι γιατί δεν έχεις ξανακούσει κάτι ανάλογο. Αλλά γιατί κάθε φορά που αφορά παιδιά, η κοινωνία μας παθαίνει το ίδιο αμήχανο σοκ: συγκλονίζεται, σταυροκοπιέται, αναζητά έναν ένοχο για δύο εικοσιτετράωρα και μετά επιστρέφει ευλαβικά στην καθημερινή της αναισθησία.

Πρόσφατα, ανακοινώθηκαν τα ευρήματα μιας έρευνας σύμφωνα με την οποία σημειωνόταν αύξηση των αποπειρών αυτοκτονίας και των αυτοτραυματισμών σε παιδιά και εφήβους. Το αποτέλεσμα δεν αποκαλύπτει απλώς μια τραγική πραγματικότητα, αλλά αποκαλύπτει το μεγάλο συλλογικό μας ψέμα: ότι τάχα τα παιδιά είναι προστατευμένα επειδή έχουν οικογένεια, σχολείο, κινητό, τάμπλετ, φροντιστήριο, δωμάτιο, ρούχα, Wi-Fi και ένα πιάτο φαγητό. Μόνο που ένα παιδί μπορεί να έχει όλα τα παραπάνω και να μην έχει κανέναν να το ακούσει. Η έρευνα καταγράφει γεμάτες παιδοψυχιατρικές κλινικές, περιστατικά ακόμη και σε ηλικίες 10 και 11 ετών, καθώς και την επισήμανση παιδοψυχιάτρου ότι άγχος, κατάθλιψη, οικογενειακή αδυναμία επικοινωνίας, σχολική υποστελέχωση και κοινωνική έλλειψη προοπτικής πιέζουν επικίνδυνα τον ψυχισμό των παιδιών.

Η πιο σκληρή αλήθεια είναι ότι κανένα παιδί δεν ξυπνά ένα πρωί και αποφασίζει να στείλει σήμα κινδύνου στο κενό. Πριν από την απόπειρα υπάρχει η σιωπή. Πριν από τον αυτοτραυματισμό υπάρχει η απομόνωση. Πριν από το «δεν αντέχω άλλο» υπάρχει συνήθως ένα σπίτι όπου όλοι τρέχουν, ένα σχολείο που μετρά ύλη αντί για ανάσες, μια κοινωνία που θεωρεί επιτυχία το να μη φαίνεται η πληγή.

Μάθαμε να κοιτάμε τα παιδιά στα στατιστικά, όχι στα μάτια. Τα θέλουμε άριστα, ευγενικά, κοινωνικά, προσαρμοσμένα, ψηφιακά ικανά, συναισθηματικά ώριμα, ανθεκτικά, χαμογελαστά. Τα θέλουμε να αντέχουν πανδημίες, εξετάσεις, bullying, γονεϊκές συγκρούσεις, οικονομική ανασφάλεια, συγκρίσεις στα social media, έλλειψη μέλλοντος και έναν κόσμο που τους υπόσχεται τα πάντα, αρκεί να μη ζητήσουν τίποτα. Και όταν δεν αντέχουν, ξαφνιαζόμαστε. Τι περίεργο. Το παιδί λύγισε κάτω από βάρος ενηλίκου.

Το πιο βολικό άλλοθι είναι να πούμε ότι «φταίει η εποχή». Όχι. Η εποχή δεν μεγαλώνει μόνη της τα παιδιά. Εμείς τα μεγαλώνουμε. Η οικογένεια που δεν προλαβαίνει, το σχολείο που δεν στελεχώνεται, το κράτος που θυμάται την ψυχική υγεία μόνο μετά την τραγωδία, τα μέσα που συχνά κάνουν το δράμα θέαμα, οι πολιτικές ηγεσίες που ανακαλύπτουν τη λέξη «πρόληψη» αφού έχει προηγηθεί η απώλεια. Όλοι μαζί έχουμε χτίσει μια κοινωνία όπου το παιδί πρέπει πρώτα να καταρρεύσει για να αποδείξει ότι πονάει.

Η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως παιδοψυχιατρικές δομές, σχολικούς ψυχολόγους, κοινωνικούς λειτουργούς, κέντρα οικογενειακής υποστήριξης, πρωτόκολλα έγκαιρης παρέμβασης και, κυρίως, μια νέα κουλτούρα ενηλίκων. Όχι άλλη ηρωοποίηση της αντοχής. Όχι άλλο «έλα μωρέ, φάση είναι». Όχι άλλο «τα έχει όλα, τι του λείπει;». Μπορεί να του λείπει το πιο βασικό: ένας ενήλικος που δεν θα το διορθώσει, δεν θα το μαλώσει, δεν θα το συγκρίνει, αλλά θα καθίσει δίπλα του και θα το ρωτήσει χωρίς τρόμο και χωρίς βιασύνη: «Τι σε πονάει;».

Η αυτοκτονικότητα στους εφήβους είναι κοινωνικός καθρέφτης. Και αυτό που βλέπουμε μέσα του δεν μας κολακεύει καθόλου. Βλέπουμε οικογένειες μόνες, σχολεία εξαντλημένα, νοσοκομεία στα όριά τους, υπηρεσίες ψυχικής υγείας ανεπαρκείς και μια δημόσια συζήτηση που συγκινείται εύκολα αλλά αλλάζει δύσκολα.

Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι να σοκαριστούμε ακόμη μία φορά. Το σοκ είναι το πιο φθηνό συναίσθημα της εποχής. Το ζήτημα είναι να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε τα παιδιά σαν μικρούς ενηλίκους που οφείλουν να τα βγάλουν πέρα σε έναν κόσμο που ούτε οι μεγάλοι δεν αντέχουν πια.

Γιατί όταν ένα παιδί φτάνει να ζητά βοήθεια με τον πιο οδυνηρό τρόπο, το ερώτημα δεν είναι μόνο «γιατί το έκανε;». Το πραγματικό ερώτημα είναι: πόσες φορές το είπε πριν – και κανείς δεν το άκουσε;

· Για λόγους υπεύθυνης δημοσίευσης, σε θέματα αυτοκτονικότητας καλό είναι να αποφεύγονται λεπτομέρειες τρόπου/μεθόδου και να δίνεται έμφαση στην αναζήτηση βοήθειας, όπως συστήνει και ο ΠΟΥ για τα μέσα ενημέρωσης. Στην Ελλάδα, η Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία 1018 της ΚΛΙΜΑΚΑ λειτουργεί 24 ώρες το 24ωρο, 7 ημέρες την εβδομάδα