Η στεγαστική κρίση που σήμερα βιώνουν οι νεότερες γενιές δεν είναι ένα προσωρινό φαινόμενο ούτε μια ακόμα «φούσκα» της αγοράς. Πρόκειται για το αποτέλεσμα πολλών ταυτόχρονων εξελίξεων, μεταξύ άλλων, της μακροχρόνιας υποεπένδυσης σε νέα κατοικία μετά το 2008, της συγκέντρωσης πληθυσμού στις μεγάλες πόλεις, της εκρηκτικής αύξησης του κόστους κατασκευής, της υπέρ το δέον τουριστικοποίησης ορισμένων περιοχών, αλλά και της τεράστιας νομισματικής επέκτασης που ακολούθησε την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

Για χρόνια, το χρήμα διοχετευόταν μαζικά στις οικονομίες μέσω χαμηλών επιτοκίων και ποσοτικής χαλάρωσης. Ένα σημαντικό μέρος αυτής της ρευστότητας κατέληξε στα ακίνητα, ιδιαίτερα ως επενδυτικό καταφύγιο εύπορων ατόμων. Και βέβαια, οι τιμές ανέβηκαν όχι μόνο επειδή τα σπίτια έγιναν πιο χρήσιμα ή πιο ποιοτικά, αλλά και επειδή το ίδιο το χρήμα έχασε μέρος της αξίας του. Όπως γράφω εδώ και χρόνια, σε όρους χρυσού οι τιμές έχουν καταρρεύσει, σε όρους τυπωμένου νομίσματος όμως, καλπάζουν. Αλλά, μισθοί και συντάξεις αποτιμώνται και πληρώνονται σε τυπωμένο νόμισμα. Κι αυτό είναι ένα μεγάλο κοινό μυστικό: τα περιουσιακά στοιχεία ανεβαίνουν πολύ πιο γρήγορα από τα μισθωτά εισοδήματα. Έτσι, πολλοί νέοι αισθάνονται ότι κυνηγούν έναν στόχο που απομακρύνεται συνεχώς.

Ωστόσο, η ιστορία δείχνει ότι κανένα ράλι δεν συνεχίζεται με τον ίδιο ρυθμό επ’ άπειρον. Οι αγορές ακινήτων λειτουργούν κυκλικά και στην περίπτωση των ακινήτων, σημαντικός είναι ο 18ετής κύκλος που φαίνεται να κλείνει. Ήδη σε αρκετές χώρες της Ευρώπης και της Βόρειας Αμερικής παρατηρείται σταθεροποίηση ή και διόρθωση τιμών, κυρίως λόγω υψηλότερων επιτοκίων, χαμηλής ή αρνητικής ανάπτυξης και κόπωσης της αγοραστικής δύναμης. Ακόμη και στην Ελλάδα, όπου η αγορά συνεχίζει να εμφανίζει δυναμική, αρχίζουν να διαφαίνονται όρια στην αντοχή των νοικοκυριών. Όταν ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του εισοδήματος κατευθύνεται στη στέγαση, τα νοικοκυριά ειδικότερα και η οικονομία συνολικά αρχίζει να πιέζεται.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κατοικία θα γίνει αυτομάτως προσιτή. Το βασικό πρόβλημα παραμένει η ανεπάρκεια προσφοράς εκεί όπου υπάρχει έντονη ζήτηση. Στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη και σε πολλές ευρωπαϊκές μητροπόλεις, ο πληθυσμός συγκεντρώνεται συνεχώς, ενώ τεράστιο τμήμα του κτιριακού αποθέματος παραμένει κενό, παλαιό ή ενεργειακά ακατάλληλο. Στην Ελλάδα ειδικά, εκατοντάδες χιλιάδες κατοικίες μένουν εκτός αγοράς λόγω πολυϊδιοκτησίας, έλλειψης κεφαλαίων ανακαίνισης ή θεσμικών δυσκολιών και γραφειοκρατίας.

Και βέβαια, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι πτώσεις τιμών δεν συμβαίνουν αυτόματα, αλλά συνδέονται με υφεσιακά φαινόμενα και αυξημένη ανεργία. Ετσι, δεν πρέπει να περιμένουμε η λύση να έρθει μόνο ή κυρίως από μια πτώση τιμών, αλλά από μια συνολική επανεκκίνηση της στεγαστικής πολιτικής και άνοδο των εισοδημάτων. Χρειάζονται κίνητρα για επαναφορά κενών κατοικιών, ανακαινίσεις, αλλαγές χρήσεων, νέες μορφές προσιτής κατοικίας και καλύτερη περιφερειακή ανάπτυξη ώστε να μειωθεί η ασφυκτική πίεση στα μεγάλα αστικά κέντρα και τις τουριστικές περιοχές. Διαφορετικά, κινδυνεύουμε να οδηγηθούμε σε μια κοινωνία όπου η ιδιοκατοίκηση θα αποτελεί προνόμιο κληρονομιάς και όχι αποτέλεσμα εργασίας.

Η κατοικία δύσκολα θα πάψει να είναι ακριβή στις μεγάλες πόλεις και τις δημοφιλείς διεθνώς περιοχές της χώρας μας. Όμως το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν θα πέσουν καθόλου, λίγο ή πολύ οι τιμές. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι κοινωνίες της Ευρώπης θα επιτρέψουν να χαθεί οριστικά η δυνατότητα των νέων ανθρώπων να αποκτήσουν το δικό τους σπίτι.

Σε αυτόν τον τομέα, χαίρομαι πραγματικά που έρχονται καλές ειδήσεις. Όπως μας διαβεβαίωσε ο Επίτροπος για την Ενέργεια και την Στέγαση Dan Jørgensen, σε πρόσφατη συνεδρίαση της Ειδικής Επιτροπής του Ευρωκοινοβουλίου για τη Στεγαστική κρίση, ήδη εκπονείται ένα σχέδιο 375 εκατομμυρίων € πιλοτικά και προοπτικής πολλών δισεκατομμυρίων € αργότερα για να γίνει η στέγαση και πάλι προσιτή προτεραιότητα σε όλη την Ευρώπη. Προσωπικά μάλιστα διεξάγω ένα μεγάλο αγώνα για να χαραχθούν πολιτικές στην ΕΕ, ώστε να μην απογοητεύονται οι νέοι ως προς την προοπτική απόκτησης δικού τους σπιτιού. Είναι κρίσιμο για όλες τις κοινωνίες της ΕΕ, αλλά και για τη δική μας χώρα, οι νέοι πολίτες να αισθάνονται ότι έχουν προοπτική και αισιοδοξία.

Και ακριβώς λόγω αυτών των εξελίξεων, είμαι βέβαιος ότι σε αυτόν τον τομέα τα επόμενα χρόνια θα είναι καλύτερα από τα προηγούμενα.