Η Ελλάδα μπορεί να υπερηφανεύεται ότι τα τελευταία χρόνια οι εξαγωγές της κατέγραψαν σημαντική πρόοδο. Παρά τις αλλεπάλληλες διεθνείς κρίσεις, τις γεωπολιτικές αναταράξεις, το αυξημένο ενεργειακό κόστος, τις διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες και την επιστροφή του προστατευτισμού και των δασμών στο διεθνές εμπόριο, πολλές ελληνικές επιχειρήσεις κατάφεραν να διευρύνουν την παρουσία τους στις διεθνείς αγορές, να επενδύσουν στην ποιότητα, στην καινοτομία και στην εξωστρέφεια.
Αυτή η πρόοδος δεν είναι ούτε αυτονόητη ούτε τυχαία. Είναι αποτέλεσμα σοβαρής προσπάθειας, επιμονής και προσαρμοστικότητας των ελληνικών επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι έγιναν και θετικά βήματα από την πλευρά της Πολιτείας στην κατεύθυνση της διευκόλυνσης των εξαγωγών και της ενίσχυσης της οικονομικής διπλωματίας.
Ωστόσο, το βασικό ερώτημα παραμένει: μπορεί πραγματικά η Ελλάδα να αποκτήσει κάποτε ισοσκελισμένο εμπορικό ισοζύγιο; Μπορεί δηλαδή η χώρα να φτάσει στο σημείο όπου οι εξαγωγές της θα καλύπτουν πλήρως τις εισαγωγές της;
Η απάντηση απαιτεί ρεαλισμό.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να εισάγει περισσότερα από όσα εξάγει. Το εμπορικό ισοζύγιο παραμένει διαχρονικά ελλειμματικό, γεγονός που αποτυπώνει τις δομικές αδυναμίες της παραγωγικής μας βάσης. Η χώρα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενη ενέργεια, πρώτες ύλες, βιομηχανικό εξοπλισμό και τεχνολογία, ενώ για δεκαετίες το οικονομικό μας μοντέλο στηρίχθηκε περισσότερο στην κατανάλωση και λιγότερο στην παραγωγή.
Βεβαίως, η ελληνική οικονομία διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα στους τομείς των υπηρεσιών. Ο τουρισμός, η ναυτιλία και οι μεταφορές συμβάλλουν καθοριστικά στη στήριξη του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και αποτελούν στρατηγικά πλεονεκτήματα της χώρας. Όμως σήμερα γίνεται όλο και πιο σαφές ότι η μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα μιας οικονομίας δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στις υπηρεσίες και στην κατανάλωση.
Οι πρόσφατες διεθνείς κρίσεις απέδειξαν πόσο σημαντικό είναι για κάθε χώρα να διαθέτει ισχυρή παραγωγική βάση, ανταγωνιστική μεταποίηση και μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία. Γι’ αυτό και το πραγματικό εθνικό στοίχημα για την Ελλάδα δεν είναι απλώς να αυξήσει τις εξαγωγές της. Είναι να παράγει περισσότερο από αυτό που σήμερα εισάγει.
Αυτό προϋποθέτει μια νέα εθνική στρατηγική παραγωγικής ανασυγκρότησης και εξωστρέφειας. Χρειάζεται μεγαλύτερη έμφαση στη μεταποίηση, στην καινοτομία, στην αγροδιατροφή υψηλής προστιθέμενης αξίας, στις νέες τεχνολογίες, στην πράσινη ενέργεια και στις σύγχρονες υποδομές logistics. Χρειάζεται επίσης καλύτερη πρόσβαση των επιχειρήσεων στη χρηματοδότηση, σταθερό επενδυτικό περιβάλλον και πιο αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η αξιοποίηση των νέων εμπορικών συμφωνιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με μεγάλες αγορές, όπως η Ινδία, η Αυστραλία και οι χώρες της Mercosur. Οι συμφωνίες αυτές μπορούν να δημιουργήσουν σημαντικές νέες ευκαιρίες για τα ελληνικά προϊόντα και τις ελληνικές επιχειρήσεις. Για να μη χαθεί όμως αυτή η ευκαιρία, απαιτείται συντονισμένη συνεργασία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της ελληνικής Πολιτείας και των παραγωγικών φορέων της χώρας.
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα πρέπει να επενδύσει περισσότερο στη νέα γενιά εξαγωγέων. Τα νέα παιδιά διαθέτουν γλωσσικές δεξιότητες, ψηφιακή εξοικείωση, διεθνείς εμπειρίες και καλύτερη κατανόηση των σύγχρονων αγορών. Η εξωστρέφεια του αύριο θα βασιστεί σε μεγάλο βαθμό στη γνώση, στην εκπαίδευση και στην ικανότητα προσαρμογής στις ταχύτατες αλλαγές του διεθνούς εμπορίου.
Η Ελλάδα πιθανότατα δεν θα αποκτήσει σύντομα ένα πλήρως ισοσκελισμένο εμπορικό ισοζύγιο. Μπορεί όμως μέσα στην επόμενη δεκαετία να πετύχει κάτι εξίσου σημαντικό: μια πολύ πιο υγιή εξωτερική ισορροπία, με ισχυρότερη παραγωγή, περισσότερες εξαγωγές και μικρότερη εξάρτηση από εισαγωγές.
Γιατί τελικά η πραγματική ισχύς μιας οικονομίας δεν κρίνεται μόνο από το τι καταναλώνει. Κρίνεται από το τι παράγει, τι εξάγει και πόση πραγματική αξία μπορεί να δημιουργεί και να διατηρεί μέσα στη χώρα της.








