Μετά τη μαραθώνια απολογία του, προφυλακιστέος κρίθηκε ο σμήναρχος που ομολόγησε ότι παρέδιδε στρατιωτικές πληροφορίες στην Κίνα.
Σύμφωνα με πληροφορίες της ΕΡΤ, ο 54χρονος απολογούνταν επί οκτώ ώρες και αναμένεται να μεταφερθεί στις φυλακές της Κορίνθου όπου υπάρχει ειδικός χώρος για ενστόλους, ενώ ήταν απόλυτα συνεργάσιμος με τις αρχές καθώς είχε ήδη ομολογήσει τις πράξεις του.
Μάλιστα φέρεται να έδωσε λεπτομέρειες σχετικά με τη δράση του.
Ο σμήναρχος ανέφερε ότι έστειλε βιογραφικό σε κάποιες εταιρείες ώστε να έχει δουλειά μετά την αποστράτευσή του. Μία εταιρεία από την Κίνα του απάντησε και εν συνεχεία τον στρατολόγησε ως κατάσκοπο.
Η «δουλειά» του ήταν να στέλνει τα σήματα που ήταν κωδικοποιημένα και πληρώθηκε (όπως είπε) 28.000 ευρώ (άλλα σε δολάρια, άλλα σε κρυπτονομίσματα) και είχε συναντηθεί με γυναίκα που δε σχετίζεται με στρατιωτικές υπηρεσίες, που ήταν ο σύνδεσμός του με την Κίνα.
Ο ίδιος είχε χρησιμοποιήσει ως «άλλοθι» το ενδιαφέρον του για την κινεζική γλώσσα για να επισκεφθεί τη χώρα και να συναντηθεί με αυτόν που τον στρατολόγησε.
Αρχικά οι πληροφορίες που του ζητούσαν ήταν ανώδυνες, ενώ μετά από λίγο διάστημα άρχισαν να του ζητούν και ευαίσθητες πληροφορίες, τις οποίες ο ίδιος έδινε έναντι αμοιβής.
Οι έρευνες συνεχίζονται, ώστε να εντοπιστούν και τα χρήματα, ενώ ερευνώνται και άλλοι απόστρατοι αξιωματικοί.
Ο ρόλος του Κινέζου πράκτορα
Ο Έλληνας στρατιωτικός που εξ αρχής κατονόμασε τον Κινέζο που τον προσέγγισε και του ζήτησε πληροφορίες έναντι αμοιβής, όπως ανέφερε, το «όνομα» με το οποίο του συστήθηκε ήταν «Στίβεν»,.
Ένα όνομα που δόθηκε για την ευκολία της μεταξύ τους επικοινωνίας, αλλά είναι ξεκάθαρα ένα όνομα ίσης αξίας με το «Κανένας», όπως συνηθίζουν οι κατάσκοποι να χρησιμοποιούν.
Οι Αρχές έχουν καταφέρει να ταυτοποιήσουν την πραγματική του ταυτότητα και έχουν διαπιστώσει ότι όντως πρόκειται για αξιωματικό των Μυστικών Υπηρεσιών της Κίνας.
Ζήτησε ο ίδιος την καταδίκη του
Την καταδίκη του από τη στρατιωτική δικαιοσύνη ζήτησε ο Σμήναρχος, περιγράφοντας στην απολογία του τον τρόπο με τον οποίο –όπως είπε– ξεκίνησε και εξελίχθηκε η υπόθεση.
Σύμφωνα με όσα υποστήριξε, η πρώτη επαφή έγινε μέσω της πλατφόρμας LinkedIn, όταν άγνωστα πρόσωπα εντόπισαν το βιογραφικό του και επικοινώνησαν μαζί του. Όπως ανέφερε, η προσέγγιση δεν έγινε απευθείας από την Κίνα, αλλά μέσω εταιρείας με έδρα τη Μαλαισία, η οποία παρουσιαζόταν ως ιδιωτικός οργανισμός συμβουλευτικών υπηρεσιών για ασιατικές χώρες, μεταξύ αυτών και η Κίνα.
Ο ίδιος φέρεται να εξήγησε ότι στην αρχή πίστεψε πως επρόκειτο για μια νόμιμη συνεργασία που αφορούσε γενικές γεωπολιτικές αναλύσεις. Ωστόσο, όπως περιέγραψε, σταδιακά τα αιτήματα έγιναν πιο εξειδικευμένα και επικεντρώθηκαν σε έγγραφα και πληροφορίες στρατιωτικού ενδιαφέροντος.
Υποστήριξε ακόμη ότι εξαπατήθηκε και ότι, ιδιαίτερα μετά από ταξίδι του στην Κίνα, βρέθηκε αντιμέτωπος με έντονες πιέσεις ώστε να συνεχίσει να παρέχει στοιχεία. Κατά την απολογία του, περιέγραψε ένα περιβάλλον ψυχολογικής πίεσης, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αισθανόταν εγκλωβισμένος σε μια κατάσταση από την οποία δυσκολευόταν να απομακρυνθεί. Παράλληλα, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, δήλωσε ότι αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη των πράξεών του, επισημαίνοντας πως η σύλληψή του έβαλε τέλος σε μια πορεία που ο ίδιος χαρακτήρισε αδιέξοδη.
Οι αρχές συνεχίζουν την έρευνα, προκειμένου να διαπιστωθεί ποιο ήταν το εύρος και η φύση των πληροφοριών που ενδεχομένως διαβιβάστηκαν, αλλά και υπό ποιες συνθήκες εξελίχθηκε η υπόθεση. Στο μικροσκόπιο βρίσκονται τα ηλεκτρονικά μέσα, οι οικονομικές κινήσεις και οι επαφές του κατηγορουμένου, ώστε να εξακριβωθεί εάν υπήρξε εμπλοκή και άλλων προσώπων ή εάν έδρασε μόνος του.











