Στο εορτολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η 10η Ιανουαρίου δεν αποτελεί απλώς μια ημέρα μνήμης, αλλά μια πρόσκληση σε έναν πνευματικό αναστοχασμό πάνω στο έργο μιας από τις πλέον επιβλητικές φυσιογνωμίες του 4ου αιώνα. Ο Γρηγόριος Νύσσης, ο νεότερος αδελφός του Μεγάλου Βασιλείου, δεν υπήρξε μόνο ένας ιεράρχης με αγωνιστικό φρόνημα, αλλά ένας από τους πρώτους «συστηματικούς» θεολόγους που τόλμησε να διεισδύσει στα άδυτα της ανθρώπινης ύπαρξης με τα εργαλεία της ελληνικής φιλοσοφίας. Η σκέψη του, διαποτισμένη από μια σπάνια ευαισθησία και έναν βαθύ λυρισμό, συνιστά μέχρι σήμερα το θεμέλιο της χριστιανικής ανθρωπολογίας, προσφέροντας απαντήσεις στα αιώνια ερωτήματα περί της φύσης του κακού, της φθοράς και του προορισμού του ανθρώπου.
Από τη σχολή της ρητορικής στον θρόνο της Νύσσης
Γεννημένος το 332 στη Νεοκαισάρεια του Πόντου, ο Γρηγόριος μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η πίστη συναντούσε την υψηλή παιδεία. Αν και η κλίση του προς τη ρητορική και τον κοσμικό βίο ήταν αρχικά έκδηλη —γεγονός που τον οδήγησε και στον έγγαμο βίο με τη διακόνισσα Θεοσεβία, με την οποία συνεορτάζεται— η επιρροή του αδελφού του, Βασιλείου, υπήρξε καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία του. Η είσοδός του στον κλήρο και η χειροτονία του ως Επισκόπου Νύσσης το 371 σηματοδότησαν την ανάδειξη ενός στοχαστή που θα καλούνταν να διαχειριστεί τις μεγαλύτερες δογματικές προκλήσεις της εποχής του. Παρά τις αρχικές του επιφυλάξεις για τα διοικητικά βάρη, ο Γρηγόριος αναδείχθηκε σε «Στύλο της Ορθοδοξίας» κατά τη Β’ Οικουμενική Σύνοδο του 381, όπου με τη διαλεκτική του δεινότητα κατέστρεψε τα επιχειρήματα των Πνευματομάχων, κερδίζοντας την καθολική αναγνώριση ως «Πατήρ Πατέρων».
Η φιλοσοφία ως ιατρική της ψυχής και το αίνιγμα του κακού
Η πνευματική ιδιοφυΐα του Γρηγορίου Νύσσης έγκειται στην ακλόνητη πεποίθησή του ότι η πίστη δεν αποτελεί εχθρό της λογικής, αλλά την οργανική της ολοκλήρωση. Στα συγγράμματά του, η αριστοτελική διαλεκτική και ο πλατωνικός ιδεαλισμός δεν επιστρατεύονται ως απλά διακοσμητικά στοιχεία, αλλά ως θεμελιώδη εργαλεία για την ερμηνεία του μυστηρίου της Θείας Οικονομίας. Για τον Νύσσης, η φιλοσοφία επιτελεί έναν ρόλο ιαματικό· είναι η «ιατρική της ψυχής» που καθαίρει τον νου από τις προλήψεις και τον προετοιμάζει για τη θέαση της αλήθειας. Υποστήριζε με σθένος ότι η αλήθεια πρέπει να διερευνάται με τη συνδρομή του λόγου, καθώς μια πίστη στερημένη λογικού ερείσματος κινδυνεύει να διολισθήσει στη σφαίρα του μυθεύματος.
Κεντρικό πυλώνα της σκέψης του αποτελεί η ανάλυση της φύσης του κακού, ένα ζήτημα που ο Γρηγόριος προσεγγίζει με οντολογική τόλμη. Στον αντίποδα των μανιχαϊστικών αντιλήψεων, αρνείται πεισματικά να αναγνωρίσει στο κακό οποιαδήποτε αυθυπόστατη οντότητα ή υλική υπόσταση. Το κακό, κατά τον Νύσσης, ορίζεται ως «ανυποστασία», ως μια δυναμική στέρηση και έλλειψη του αγαθού. Δεν είναι δημιούργημα του Θεού, αλλά το αποτέλεσμα της «αστοχίας» της ανθρώπινης ελευθερίας. Είναι η εθελούσια απομάκρυνση της ψυχής από το Φως, μια πνευματική τύφλωση που προκύπτει όταν η βούληση παύει να κινείται προς την πηγή της ζωής. Αυτή η «εκτροπή» του αυτεξουσίου δεν είναι απλώς ένα ηθικό σφάλμα, αλλά μια υπαρξιακή τραγωδία που επιφέρει τον ψυχικό θάνατο, τον χωρισμό δηλαδή της ψυχής από το όντως Όν.
Το σώμα και η μεθόριος της ύπαρξης
Εμβαθύνοντας στην ανθρωπολογία του, ο Γρηγόριος προβαίνει σε μια καίρια διάκριση που τον διαφοροποιεί από τον αρνητισμό των Νεοπλατωνικών απέναντι στην ύλη. Ενώ για πολλούς φιλοσόφους της εποχής το σώμα ήταν το «δεσμωτήριο» της ψυχής, ο Νύσσης το αποκαθιστά ως αναπόσπαστο και τίμιο τμήμα της ανθρώπινης υποστάσεως. Ο άνθρωπος περιγράφεται ως μια «μεθόριος» ύπαρξη, ένας συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον κτιστό κόσμο της ύλης και τον άκτιστο κόσμο του πνεύματος.
Ωστόσο, εισάγει μια λεπτή αλλά κρίσιμη διαστολή ανάμεσα στο «σώμα» και τη «σάρκα». Το σώμα είναι το δημιούργημα του Θεού, προορισμένο για την αφθαρσία. Η «σάρκα», αντίθετα, φέρει στη σκέψη του ένα αρνητικό φορτίο, αντιπροσωπεύοντας την πτωτική κατάσταση του ανθρώπου, τη ροπή προς τα πάθη και τη φθορά. Αυτή η «σαρκική» κατάσταση δεν περιορίζεται μόνο στην υλική έκφραση του ανθρώπου, αλλά μολύνει και την ίδια την ψυχή, καθιστώντας την δέσμια των αισθήσεων. Μέσα από αυτή την οπτική, η πνευματική ζωή δεν είναι η απόδραση από το σώμα, αλλά η μεταμόρφωση της σάρκας σε σώμα πνευματικό, η επιστροφή στην πρότερη κατάσταση της χάριτος.
Ο Θάνατος ως Ευεργέτης και η ελπίδα της αποκατάστασης
Η προσέγγιση του Γρηγορίου στο ζήτημα του θανάτου είναι ίσως η πιο ανατρεπτική πτυχή της διδασκαλίας του. Αν και αναγνωρίζει τον θάνατο ως τον έσχατο εχθρό που προκαλεί την απώλεια και τον πόνο, του προσδίδει ταυτόχρονα έναν σωτηριολογικό χαρακτήρα. Ο θάνατος λειτουργεί ως ένας «θείος ευεργέτης» και ως «φάρμακο» που θέτει τέρμα στην παράταση της κακίας. Όπως ο κεραμέας θρυμματίζει ένα ελαττωματικό σκεύος για να το αναπλάσει από την αρχή, έτσι και ο Θεός επιτρέπει τη διάλυση του ανθρώπινου σύνθετου (ψυχής και σώματος), ώστε να καθαριστεί ο άνθρωπος από τον «ιό» της κακίας και να αναστηθεί ανακαινισμένος.
Η κορύφωση του οράματός του βρίσκεται στην περίφημη θεωρία της «αποκαταστάσεως των πάντων». Δανειζόμενος στοιχεία από τον Ωριγένη, αλλά μετασχηματίζοντάς τα μέσα στην ορθόδοξη προοπτική, ο Γρηγόριος διακηρύττει την τελική εκμηδένιση του κακού. Πιστεύει ακράδαντα ότι στο τέλος της ιστορικής διαδρομής, η αγαθότητα του Θεού θα περιβάλει ολόκληρη την κτίση. Το κακό, όντας ανυπόστατο, θα εξαφανιστεί οριστικά, και ακόμα και εκείνοι που βρέθηκαν στα σκοτεινότερα βάθη της πτώσης θα επιστρέψουν στην αρχέγονη μακαριότητα. Πρόκειται για μια οντολογική αισιοδοξία που δεν βασίζεται σε μια εύκολη ηθικολογία, αλλά στην πεποίθηση ότι το Φως είναι φύσει ισχυρότερο από το σκοτάδι και ότι ο προορισμός του ανθρώπου είναι η αέναη «επέκταση» προς το Θείο, μια κίνηση χωρίς τέλος προς την πηγή της Αγάπης.
Διαβάστε επίσης:
Το τέλος της κοσμικής βεβαιότητας – Οδεύουμε προς μια νέα κοσμολογία;
Σαν σήμερα γεννήθηκε η Σιμόν ντε Μποβουάρ: Αφιέρωμα στη ζωή και τη σκέψη της
Γκι Ντεμπόρ: Σαν σήμερα γεννήθηκε ο ανατόμος της κοινωνίας του θεάματος











