Η Ανίτα Έκμπεργκ υπήρξε το αρχέτυπο της κινηματογραφικής σεξοβόμβας: σαγήνη και υπερβολή, φως και σκιά, μια γυναίκα που γεννήθηκε για να σκανδαλίζει αλλά όχι για να προστατευθεί από τη σκληρότητα της δόξας. Το σώμα της και η εικόνα της απαθανατίστηκαν από τον Φεντερίκο Φελίνι στο La Dolce Vita, όμως η ίδια δεν έμαθε ποτέ ότι η γλυκιά ζωή έχει ημερομηνία λήξης. Από το Μάλμε της Σουηδίας μέχρι τη Ρώμη, η Έκμπεργκ έζησε σαν τραγική ηρωίδα του θεάματος, αιχμάλωτη μιας εικόνας που έλαμπε όσο η ίδια βυθιζόταν στη μοναξιά.
Η Σίλβια που τρόμαξε τον κόσμο
Η ιστορία θέλει τον Φελίνι να τη συναντά το 1959 στην Πιάτσα ντι Σπάνια, έναν χρόνο πριν από την πρεμιέρα της Γλυκιάς Ζωής. Ο σκηνοθέτης, λένε, έμεινε άφωνος. Η Έκμπεργκ του φάνηκε σαν «ένας πανίσχυρος πάνθηρας, μια λέαινα περήφανη για την καλή της υγεία». Αυτή η αχαλίνωτη, καθάρια σεξουαλικότητα θα γεννούσε μία από τις πιο εμβληματικές σκηνές στην ιστορία του σινεμά: τη νύχτα στη Φοντάνα ντι Τρέβι, όπου η Σκανδιναβή θεά αναδύεται από το νερό σαν άλλη Αφροδίτη, καθηλώνοντας τον φακό και τον θεατή.
Ακόμη και ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, όπως λέει ο μύθος, παραπατούσε από το ποτό και τη μαγεία της παρουσίας της. «Ποια είσαι, Σίλβια;» τη ρωτά στο φιλμ. «Είσαι τα πάντα… άγγελος, διάβολος, μάνα, αδελφή, ο ωκεανός». Και πράγματι, η Ανίτα Έκμπεργκ υπήρξε όλα αυτά — μέχρι που η μαύρη στράπλες τουαλέτα ξεθώριασε και το σώμα που λάτρεψε ο φακός παραδόθηκε στη φθορά του χρόνου.

Από το Μάλμε στο Χόλιγουντ
Γεννημένη στις 29 Σεπτεμβρίου 1931 στο Μάλμε, έκτο παιδί μιας αυστηρής προτεσταντικής οικογένειας, η Έκμπεργκ μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον πειθαρχίας που έμελλε να αντιστρέψει θεαματικά. Η ομορφιά της, τολμηρή και προκλητική, την έφερε νωρίς στο μόντελινγκ και το 1950 στέφθηκε Μις Σουηδία. Το ταξίδι στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν μονόδρομος.
Στον διαγωνισμό Μις Υφήλιος στο Ατλάντικ Σίτι δεν κέρδισε τον τίτλο, κέρδισε όμως το βλέμμα του Χόλιγουντ. Η Αϊλίν Φορντ τής έδωσε μια κυνική αλλά σωτήρια συμβουλή — να σουφρώνει τα χείλη της μπροστά στις κάμερες, αφού δεν μιλούσε αγγλικά. Η Έκμπεργκ δεν έγινε βασίλισσα ομορφιάς, έγινε σταρ. Το περιοδικό Time την όρισε ως «Αμαρτία και Σουηδία», ενώ το Χόλιγουντ την αντιμετώπισε ως τη δεύτερη Μέριλιν Μονρόε.
Δίπλα της βρέθηκαν ο Τζον Γουέιν, ο Φρανκ Σινάτρα, ο Χένρι Φόντα, ο Ντιν Μάρτιν. Οι δημοσιογράφοι όμως την αποκαλούσαν ειρωνικά «Άισμπεργκ» – παγόβουνο. Οι έρωτές της ήταν θυελλώδεις: Σινάτρα, Τάιρον Πάουερ, Έρολ Φλιν, Γκάρι Κούπερ, Γιουλ Μπρίνερ. Η σχέση με τον Χάουαρντ Χιουζ, πλούσια αλλά σκοτεινή, την τρόμαξε όσο λίγες.
Κακοποιητικοί έρωτες και ακριβοί γάμοι
Η προσωπική της ζωή αποδείχθηκε πιο σκληρή από κάθε ρόλο. Ο πρώτος της γάμος με τον Βρετανό Άντονι Στιλ ήταν κακοποιητικός. Ο δεύτερος, με τον Ρικ βαν Νάτερ, αποδείχθηκε οικονομική καταστροφή. Η ίδια μίλησε αργότερα για κλεμμένους λογαριασμούς, χαμένα ακίνητα, ακόμη και πλοία που εξαφανίστηκαν μαζί του. «Τι καθάρματα έχω συναντήσει στη ζωή μου;» αναρωτήθηκε λίγο πριν το τέλος.
Στη ζωή της μπήκε και ο Τζιάνι Ανιέλι. Ήταν η δεύτερη γυναίκα της ζωής του, ένας έρωτας χωρίς προοπτική αλλά με ισχύ και πολυτέλεια. Εκείνη όμως δεν μιλούσε ποτέ με πικρία για τον ισχυρό άνδρα της Fiat, ακόμη κι αν η σχέση τους είχε ταπεινωτικές στιγμές. Η Έκμπεργκ είχε μάθει να σιωπά, όπως σιωπά μια εικόνα όταν παύει να τη φωτίζει ο προβολέας.

Η ντίβα που έμεινε μόνη
Παρά τη φήμη, η Ανίτα Έκμπεργκ δεν κατάφερε ποτέ να ξεφύγει από τον ρόλο της σεξοβόμβας. Έζησε στη Ρώμη, οδηγούσε Ferrari, κυνηγούσε παπαράτσι με τόξα και βέλη, γύρισε την πλάτη στο Χόλιγουντ και αφοσιώθηκε σε ευρωπαϊκές παραγωγές. Η τελευταία της εμφάνιση, το 1998, ήταν ειρωνικά στον ρόλο μιας ξεπεσμένης ντίβας.
Τα χρόνια πέρασαν, οι ρόλοι λιγόστεψαν, τα χρήματα χάθηκαν. Το 2011, μετά από ατύχημα με τον σκύλο της, νοσηλεύτηκε ως άπορη. Η γυναίκα που κάποτε έκανε τον Πάπα να τη χαρακτηρίσει «κίνδυνο για την κυκλοφορία» και αύξησε —σύμφωνα με τα πρωτοσέλιδα— τους λόφους της Ρώμης από επτά σε εννέα, πέθαινε φτωχή.
Στις 11 Ιανουαρίου 2015 άφησε την τελευταία της πνοή στη Ρώμη. Η κηδεία της έγινε στη Λουθηρανική-Ευαγγελική εκκλησία της πόλης, ενώ η σορός της μεταφέρθηκε στη Σουηδία, όπως η ίδια είχε ζητήσει.
Δέκα χρόνια μετά τον θάνατό της, η Ανίτα Έκμπεργκ παραμένει κυρίως η Σίλβια στο σιντριβάνι. Ένα σύμβολο της μεγάλης κινηματογραφίας, αλλά και μια γλυκόπικρη υπενθύμιση της dolce vita εντός και εκτός οθόνης. «Δεν ξέρω αν υπάρχει παράδεισος ή κόλαση», είχε πει κάποτε. «Αλλά σίγουρα η κόλαση θα είναι πιο ευχάριστη».
Ίσως γιατί εκεί, όπως και στο σινεμά, οι μύθοι δεν πεθαίνουν ποτέ — απλώς μένουν για πάντα παγωμένοι στο φως.
Διαβάστε επίσης:
Ντέιβιντ Μπόουι: Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Λευκός Δούκας των αέναων μεταμορφώσεων











