Ο κόσμος που γνωρίσαμε μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου φαίνεται να απομακρύνεται οριστικά. Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες επικράτησε -έστω με αντιφάσεις και ασυνέχειες- η αίσθηση ότι το διεθνές σύστημα κινείται προς μεγαλύτερη συνεργασία, θεσμική ρύθμιση και σταδιακή επικράτηση κανόνων δικαίου έναντι της ωμής ισχύος.
Σήμερα, αυτή η εικόνα έχει ανατραπεί. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην κορυφή της αμερικανικής πολιτικής ζωής δεν είναι απλώς μεμονωμένα γεγονότα. Αποτελούν συμπτώματα μιας βαθύτερης μετάβασης σε μια νέα, πιο ασταθή και συγκρουσιακή διεθνή τάξη.
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022, συνιστά τομή ιστορικών διαστάσεων. Για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ επιχειρεί, με στρατιωτικά μέσα, να καταργήσει την κυριαρχία ενός γειτονικού κράτους και να αναθεωρήσει δια της βίας τα σύνορα στην Ευρώπη. Δεν πρόκειται απλώς για έναν περιφερειακό πόλεμο. Είναι μια ανοιχτή αμφισβήτηση των βασικών αρχών πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε η μεταπολεμική διεθνής τάξη: της απαγόρευσης της χρήσης βίας, του σεβασμού της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχικής ισότητας των κρατών.
Ταυτόχρονα, η πολιτική Τραμπ σηματοδοτεί μια βαθιά κρίση στο εσωτερικό του ίδιου του δυτικού κόσμου. Η αμφισβήτηση των συμμαχιών, η επιφυλακτικότητα -αν όχι η εχθρότητα- απέναντι στους διεθνείς θεσμούς, ο οικονομικός εθνικισμός και η λογική των διμερών «συναλλαγών» αντί της πολυμερούς συνεργασίας συνθέτουν ένα νέο πρότυπο άσκησης ισχύος.
Οι δύο αυτές εξελίξεις, αν και διαφορετικής προέλευσης, συγκλίνουν σε ένα κρίσιμο σημείο: υπονομεύουν το πλαίσιο συλλογικής ασφάλειας και θεσμικής σταθερότητας που χαρακτήρισε τη μεταπολεμική εποχή. Ο ΟΗΕ, το ΝΑΤΟ, η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου και μια σειρά εξειδικευμένων οργανισμών συγκρότησαν, μεταπολεμικά, ένα πυκνό δίκτυο κανόνων και διαδικασιών που επέτρεψε, παρά τις εντάσεις, τη σχετική σταθερότητα και προβλεψιμότητα του συστήματος.
Αυτό το θεσμικό οικοδόμημα δοκιμάζεται σκληρά: η παράκαμψη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, η εργαλειοποίηση των διεθνών οργανισμών και η αποδυνάμωση των μηχανισμών επίλυσης διαφορών υπονομεύουν τη νομιμοποιητική βάση της διεθνούς τάξης.
Η αντιπαράθεση δεν αφορά μόνο υλικά συμφέροντα, αλλά και ανταγωνιστικά οράματα για τη διεθνή τάξη: φιλελεύθερη δημοκρατία έναντι αυταρχικών μοντέλων διακυβέρνησης, πολυμερής συνεργασία έναντι μονομερούς επιβολής, κανόνες έναντι σφαιρών επιρροής. Σε αυτό το επίπεδο, η κρίση των διεθνών οργανισμών είναι ταυτόχρονα θεσμική και ιδεολογική.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι κίνδυνοι γενικευμένων συγκρούσεων αυξάνονται. Η Ουκρανία είναι μόνο μία από τις πιθανές εστίες ανάφλεξης. Η Μέση Ανατολή, η Ανατολική Μεσόγειος, η Νότια Σινική Θάλασσα και η Ταϊβάν αποτελούν περιοχές όπου ο ανταγωνισμός μεγάλων δυνάμεων μπορεί εύκολα να κλιμακωθεί. Παράλληλα, νέες μορφές αντιπαράθεσης -υβριδικός πόλεμος, κυβερνοεπιθέσεις, ενεργειακή και τεχνολογική εξάρτηση- μεταβάλλουν τη φύση της ισχύος και καθιστούν πιο δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ ειρήνης και πολέμου.
Πολυκεντρικό ή πολυμερές διεθνές σύστημα;
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται μια κρίσιμη αντίστιξη για το μέλλον του διεθνούς συστήματος: «πολυπολικό» ή πολυμερές; Το «πολυπολικό»-ή ευρύτερα πολυκεντρικό- σύστημα περιγράφει έναν κόσμο όπου πολλαπλά κέντρα ισχύος συνυπάρχουν χωρίς ισχυρούς και δεσμευτικούς κανόνες. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η λογική των σφαιρών επιρροής τείνει να επανέρχεται στο προσκήνιο.
Οι μεγάλες και μεσαίες δυνάμεις ανταγωνίζονται για τον έλεγχο γεωπολιτικών χώρων, ενεργειακών διαδρόμων, πρώτων υλών και στρατηγικών τεχνολογιών. Η εκμετάλλευση πλουτοπαραγωγικών πηγών, οι θαλάσσιες ζώνες, οι κρίσιμες υποδομές και οι αγορές καθίστανται αντικείμενα έντονης αντιπαράθεσης.
Η εμπειρία της Ουκρανίας, αλλά και οι εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Μέση Ανατολή και στην Ασία, δείχνουν ότι ένα χαλαρά ρυθμιζόμενο «πολυπολικό» σύστημα μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε πεδίο συγκρούσεων και ασταθών ισορροπιών. Αντίθετα, το πολυμερές σύστημα δεν ορίζεται πρωτίστως από τον αριθμό των πόλων ισχύος, αλλά από την ποιότητα των κανόνων και των θεσμών που ρυθμίζουν τις μεταξύ τους σχέσεις. Η πολυμερής συνεργασία, μέσω διεθνών οργανισμών, καθεστώτων και συμφωνιών, μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός εξισορρόπησης, πρόληψης κρίσεων και ειρηνικής διαχείρισης ανταγωνισμών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ισχύς δεν εξαφανίζεται, αλλά εντάσσεται σε ένα πλέγμα κανόνων που περιορίζει τη μονομερή δράση και ενθαρρύνει τις συνεργασίες σε τομείς όπως η ασφάλεια, η ενέργεια, το εμπόριο και η κλιματική αλλαγή. Ένα λειτουργικό πολυμερές σύστημα μπορεί να παράγει νέες ισορροπίες, βασισμένες όχι μόνο στη στρατιωτική ισχύ, αλλά και στη θεσμική αξιοπιστία και τη νομιμοποίηση.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς αν ο κόσμος αλλάζει. Αυτό είναι ήδη δεδομένο. Το κρίσιμο ζήτημα είναι προς ποια κατεύθυνση και με ποιους όρους. Αν επικρατήσει η λογική του ανεξέλεγκτου “πολυπολικού” ανταγωνισμού, των σφαιρών επιρροής και της ωμής ισχύος, ο 21ος αιώνας κινδυνεύει να εξελιχθεί σε περίοδο διαρκών κρίσεων, ανασφάλειας και υπονόμευσης της διεθνούς νομιμότητας. Σε έναν τέτοιο κόσμο, οι μικρότερες και μεσαίες χώρες θα βρεθούν ιδιαίτερα εκτεθειμένες, χωρίς επαρκή θεσμικά αναχώματα απέναντι στις πιέσεις των ισχυρών.
Η συνειδητή επιλογή της πολυμερούς συνεργασίας και της ενίσχυσης των διεθνών οργανισμών μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα μιας νέας, πιο σταθερής διεθνούς τάξης. Η αναβάθμιση του ρόλου του ΟΗΕ και η μεταρρύθμιση του, η μεταρρύθμιση των μηχανισμών συλλογικής ασφάλειας, η ενίσχυση των καθεστώτων ελέγχου εξοπλισμών και η θεσμική ρύθμιση νέων πεδίων, όπως ο κυβερνοχώρος και οι τεχνολογίες αιχμής, δεν είναι απλώς τεχνικές παρεμβάσεις. Συνιστούν πολιτικές επιλογές με βαθύ κανονιστικό περιεχόμενο, που αφορούν το ίδιο το είδος της διεθνούς τάξης που επιθυμούμε.
Ο ρόλος της Ευρώπης
Σε αυτό το σημείο, ο ρόλος της Ευρώπης αποκτά ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη πόλο ισχύος, αλλά ένα μοναδικό ιστορικό πείραμα υπερεθνικής διακυβέρνησης, βασισμένο σε κανόνες, θεσμούς και αμοιβαίους περιορισμούς. Σε έναν κόσμο που τείνει προς την “πολυπολικότητα” και τον ανταγωνισμό σφαιρών επιρροής, η Ευρώπη μπορεί να λειτουργήσει ως φορέας και εγγυητής της πολυμερούς λογικής, προωθώντας ένα πρότυπο διεθνούς τάξης θεμελιωμένο στο διεθνές δίκαιο και στη θεσμική συνεργασία.
Η Ευρώπη καλείται να αναλάβει αυξημένη ευθύνη. Όχι μόνο για την ίδια την ασφάλεια της, αλλά και για τη διατήρηση μιας διεθνούς τάξης βασισμένης σε κανόνες. Η επιτάχυνση και εμβάθυνση της ευρωπαϊκής ενοποίησης σε όλους τους τομείς -πολιτικό, οικονομικό, αμυντικό- αποτελεί στρατηγική αναγκαιότητα. Ακόμη και αν αυτό απαιτήσει μορφές ενισχυμένης συνεργασίας και ομοσπονδιακής κατεύθυνσης, με τη συμμετοχή όχι όλων αλλά όσων είναι έτοιμοι να προχωρήσουν.











