Την προηγούμενη εβδομάδα συζητήθηκε σε υψηλούς τόνους στη Βουλή μια ερώτηση σχετικά με το αλυτρωτικό περιεχόμενο ορισμένων σχολικών βιβλίων της Αλβανίας. Σε χωρίο που εντοπίζεται σε ένα από αυτά τα βιβλία εμφανίζονται νομοί της Ηπείρου ως περιοχές στις οποίες η Αλβανία έχει εθνικές αξιώσεις. Ορθώς ο κ. υφυπουργός Εξωτερικών κ. Χ. Θεοχάρης απάντησε στην ερώτηση υπενθυμίζοντας τη συμφωνία της 5ης Συνόδου της Μεικτής Ελληνο-αλβανικής Επιτροπής, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2018. Ορθώς χαρακτήρισε εκείνη τη συμφωνία ως «κομβική» διότι η αλβανική πλευρά συμφώνησε να απαλείψει από τα σχολικά της βιβλία όρους όπως «αλβανικά εδάφη στην Ελλάδα», καθώς και σχετικό απεικονιστικό υλικό, όπως χάρτες που αποτυπώνουν αλυτρωτικές διεκδικήσεις.
Η συμφωνία εκείνη δεν έπεσε από τον ουρανό. Ήταν αποτέλεσμα προηγούμενων δημόσια γνωστών συναντήσεων μεικτών επιτροπών εμπειρογνωμόνων από τα Υπουργεία Παιδείας και Εξωτερικών των δύο χωρών στα Τίρανα και στην Αθήνα το 2017 και το 2018. Συναντήσεων που βασίστηκαν στη συστηματική και τεκμηριωμένη δουλειά των εμπειρογνωμόνων ιστορικών και φιλολόγων. Στις συναντήσεις αυτές τόσο η ελληνική όσο και η αλβανική αντιπροσωπεία εμφανίστηκαν με ειλικρινή διάθεση αναστοχασμού ζητημάτων του προηγούμενου αιώνα που χρειάζονται επανατοποθέτηση δεδομένων των κοινωνικο-πολιτικών εξελίξεων που προέκυψαν και με γνώμονα το όφελος των καλών σχέσεων γειτονίας, το όφελος της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία και το όφελος των Αλβανών πολιτών που μετοίκησαν στην Ελλάδα μετά το 1990. Έγινε έτσι εφικτό, μέσα σε λίγους μήνες, να υπάρξει πρόοδος σε πολλά θέματα. Το καλό κλίμα ευνόησε και την επίλυση άλλων εκκρεμοτήτων εκπαιδευτικού χαρακτήρα, άσχετων με τα σχολικά βιβλία των δύο χωρών. Αυτό φαίνεται και από τότε σχετικές αναφορές στα ΜΜΕ. Είναι ενδιαφέρον που ο κ. Θεοχάρης αναγνώρισε τη σημαντική σημασία εκείνης της συμφωνίας.
Επί κυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας
Αυτό που παρέλειψε να πει ο κ. υφυπουργός Εξωτερικών είναι ότι από τη στιγμή που ανέλαβε η ΝΔ την κυβέρνηση δεν υπήρξε ανάλογη ζέση για την ελληνο-αλβανική προσέγγιση στο ζήτημα των σχολικών βιβλίων. Καμία ουσιαστική πρόοδος δεν έγινε από το 2018 και μετά. Παρέλειψε επίσης να διευκρινίσει ότι και σε ελληνικά σχολικά βιβλία αναφέρονταν πόλεις της Αλβανίας χωρίς την αλβανική απόδοση του τοπωνυμίου, γεγονός που εξέθετε την χώρα μας. Και οι δύο αυτές παραλείψεις συνάδουν απόλυτα με το πολιτικό αφήγημα της εθνοκαπηλίας που δομικά χαρακτηρίζει τη ΝΔ. Αφήγημα που το είδαμε στη στάση της ΝΔ έναντι της Συμφωνίας των Πρεσπών και το βλέπουμε σήμερα στην τραμπικής έμπνευσης πολιτική έναντι των προσφύγων και μεταναστών. Οι μετέπειτα κυβερνήσεις της ΝΔ στάθηκαν ανίκανες να αξιοποιήσουν την τότε συγκυρία ύπαρξης κυβερνήσεων στη Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας και της Αλβανίας που επιθυμούσαν την επίλυση παρά τη διαιώνιση των ζητημάτων. Όταν κάτι δεν λύνεται στην ώρα του, το βρίσκουμε μπροστά μας με πιο δυσμενείς συνθήκες.
Η υπαναχώρηση της Ελλάδας
Το αποτέλεσμα της μετά το 2019 υπαναχώρησης της Ελλάδας από τις πολιτικές καλής γειτονίας στα Βαλκάνια είναι φανερό: δεν έχει ολοκληρωθεί η κύρωση όλων των συνοδευτικών πρωτόκολλων της Συμφωνίας των Πρεσπών δημιουργώντας προβλήματα στο διμερές εμπόριο, τα έργα για το συνοριακό πέρασμα στις Πρέσπες προχωρούν με ρυθμούς χελώνας υπονομεύοντας μια περιοχή της χώρας μας που έχει ανάγκη τον τουρισμό, η ελληνο-αλβανική προσέγγιση στο ζήτημα των σχολικών βιβλίων έμεινε σε ότι συμφωνήθηκε το 2018. Τώρα βιώνουμε τις συνέπειες αυτής της πολιτικής: άλλες χώρες αποκτούν προνομιακές οικονομικές και διπλωματικές σχέσεις με τα γειτονικά μας Βαλκάνια. Σήμερα η κυβέρνηση εισπράττει τα διπλωματικά αδιέξοδα της «εθνικά σκληρής» της πολιτικής.
Μια πολιτική με όραμα θα έκανε βήματα για να επαναφέρει το θετικό κλίμα στο ζήτημα των σχολικών βιβλίων στις ελληνο-αλβανικές σχέσεις, θα ενίσχυε χρηματοδοτικά τις ερευνητικές και εκπαιδευτικές συνέργειες πανεπιστημίων και σχολείων της Ελλάδας και των βαλκανικών χωρών, θα ενίσχυε τη λειτουργία των ελληνικών σχολείων στη νότια Αλβανία σε μια κατεύθυνση παιδαγωγικού εκσυγχρονισμού και λαμβάνοντας υπόψη τη διασυνοριακή κινητικότητα των πληθυσμών, θα πολλαπλασίαζε τον αριθμό των ανταλλαγών Εrasmus ανάμεσα στα ελληνικά και τα αλβανικά πανεπιστήμια, θα θεσμοθετούσε μεταπτυχιακές υποτροφίες για προερχόμενους από τα Βαλκάνια νέους και νέες επιστήμονες, θα χρηματοδοτούσε γενναιόδωρα Έδρες και Τμήματα βαλκανικών γλωσσών και σπουδών σε ελληνικά πανεπιστήμια και τα αντίστοιχα Τμήματα Ελληνικής Φιλολογίας στα βαλκανικά πανεπιστήμια.
Διαβάστε επίσης
Η ΕΕ, η Ελλάδα, η Αλβανία και το «κλειδί» των τελωνειακών δεδομένων










