Εδώ και σχεδόν τρία χρόνια, η Μαρία Καρυστιανού βρίσκεται στο επίκεντρο μιας σφοδρής δημόσιας αντιπαράθεσης. Έχει δεχθεί επιθέσεις, αμφισβητήσεις προθέσεων, προσπάθειες ηθικής αποδόμησης, συχνά με όρους που ξεπερνούν την πολιτική κριτική και αγγίζουν τη δολοφονία χαρακτήρα. Η προσωπική της διαδρομή, το πένθος και η επιμονή της για απαντήσεις γύρω από το έγκλημα των Τεμπών δεν μπορούν να αγνοηθούν ούτε να απαξιωθούν. Όμως από τη στιγμή που δηλώνει καθαρά ότι θα ιδρύσει κόμμα και θα διεκδικήσει εκλογική παρουσία, το εγχείρημα παύει να ανήκει αποκλειστικά στο πεδίο της ηθικής διαμαρτυρίας και εισέρχεται πλήρως στη σφαίρα της πολιτικής αντιπαράθεσης. Και εκεί, η κριτική δεν είναι μόνο θεμιτή· είναι αναγκαία.
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο Kontra η Μαρία Καρυστιανού σε μια σειρά από τοποθετήσεις είπε περισσότερα από αυτά που ακούστηκαν.
Η υπόσχεση της ενότητας και η αποπολιτικοποίηση της σύγκρουσης
Η διακήρυξη της Μαρίας Καρυστιανού ότι «κλείνει το τραύμα του εμφυλίου» και ότι οι πολίτες ενώθηκαν απέναντι στη διαπλοκή συγκροτεί έναν λόγο εθνικής υπέρβασης, ο οποίος όμως λειτουργεί περισσότερο ως αφαίρεση παρά ως σύνθεση. Οι κοινωνικές αντιθέσεις, οι ταξικές ανισότητες, οι ιδεολογικές συγκρούσεις δεν εμφανίζονται ως ενεργά και ζωντανά στοιχεία του κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, αλλά ως κατάλοιπα ενός παρελθόντος που δήθεν μπορεί να ξεπεραστεί με μια κοινή ηθική στάση.
Η πολιτική, ωστόσο, δεν είναι μια κάποιου είδους ψυχοθεραπεία της κοινωνίας. Όταν η σύγκρουση και η αντιπαράθεση παρουσιάζονται ως παθολογίες και όχι ως δομικά χαρακτηριστικά της πολιτικής ζωής, η δήθεν ενότητα μετατρέπεται σε εργαλείο σιωπής. Όποιος διαφωνεί, όποιος επιμένει σε διακριτές πολιτικές θέσεις, κινδυνεύει να εμφανιστεί ως φορέας διχασμού σε έναν κόσμο που υποτίθεται ότι «επιτέλους ενώθηκε» κάτω από νέες οι παλαιές αφαιρέσεις.
Η συγκίνηση ως πολιτικό κεφάλαιο και η αισθητικοποίηση της συμμετοχής
Η συνεχής αναφορά στη συγκινητική ανταπόκριση πολιτών, στα «απίστευτα βιογραφικά» και στην αυθόρμητη διάθεση προσφοράς από αγάπη για την πατρίδα, συγκροτεί ένα αφήγημα συλλογικής εξύψωσης. Η κοινωνία εμφανίζεται ως ένα ηθικά ενιαίο σώμα, έτοιμο να κινητοποιηθεί χωρίς εσωτερικές αντιφάσεις.
Το πρόβλημα δεν είναι η συγκίνηση, αλλά η πολιτική της χρήση. Όταν το συναίσθημα γίνεται το βασικό κριτήριο συμμετοχής, η κριτική σκέψη εκλαμβάνεται ως ψυχρότητα ή καχυποψία. Η πολιτική μετατρέπεται σε σκηνικό ηθικής ανάτασης, όπου η συμμετοχή δεν προϋποθέτει κατανόηση, αλλά ταύτιση. Έτσι, οι πολιτικές διαδικασίες κινδυνεύουν να υποχωρήσουν μπροστά σε μια αισθητικοποιημένη κοινότητα «καλών προθέσεων».
Οι «ακομμάτιστοι», η εμπειρία και η απαξίωση της πολιτικής
Η εμμονή στην ανάδειξη ανθρώπων «χωρίς εμπλοκή στο πολιτικό σύστημα» κατασκευάζει μια καθαρή αντίθεση: από τη μία οι «μολυσμένοι» πολιτικοί, από την άλλη οι αμόλυντοι ειδικοί και πολίτες. Η πολιτική εμπειρία δεν αντιμετωπίζεται ως γνώση, αλλά ως βάρος, ως «βαρίδι» που πρέπει να αποτιναχθεί.
Αυτή η λογική δεν ανανεώνει την δημοκρατία· την απογυμνώνει. Η πολιτική δεν είναι τεχνικό πρόβλημα προς επίλυση από ειδικούς, ούτε η κοινωνία ένα εργαστήριο όπου εφαρμόζονται λύσεις χωρίς σύγκρουση. Όταν η πολιτική παρουσιάζεται ως κάτι εξωτερικό και ξένο προς την κοινωνία, ανοίγει ο δρόμος για μια εξουσία που δεν λογοδοτεί πολιτικά, αλλά επικαλείται την τεχνογνωσία και την ηθική της ανωτερότητα.
Η ηγεσία ως ηθικό χάρισμα και η εξαΰλωση των θεσμών
Η αμφισημία γύρω από το ποιος θα ηγηθεί –«ο λαός θα δείξει τον ηγέτη»– συνοδεύεται από μια αυστηρά ηθική περιγραφή των απαιτούμενων χαρακτηριστικών: καθαρότητα, τόλμη, αποφασιστικότητα, θάρρος απέναντι στο σύστημα. Η ηγεσία αποσπάται από συγκεκριμένες διαδικασίες και αναδεικνύεται ως σχεδόν φυσική επιλογή.
Έτσι, η πολιτική ευθύνη μετατοπίζεται από τους θεσμούς στο πρόσωπο. Η δημοκρατική λειτουργία υποχωρεί καθώς έτσι δεν οργανώνεται γύρω από την λογοδοσία και τον έλεγχο, αλλά γύρω από την ελπίδα ότι ο «σωστός άνθρωπος» θα πράξει το σωστό. Πρόκειται για μια βαθιά αποπολιτικοποιημένη σύλληψη της εξουσίας, που παράλληλα καλλιεργεί και τη λογική της ανάθεσης και του μεσσιανισμού.
Ένας «φωτισμένος ηγέτης» δηλαδή που βαδίζει μπροστά και οδηγεί τους πιστούς που έχουν δευτερεύοντα ρόλο, κομπάρσου.
Η «κάθαρση» ως ιδεολογικός πυρήνας και εργαλείο διαχωρισμού
Η κάθαρση προβάλλεται ως υπέρτατος στόχος, ως προϋπόθεση για να λειτουργήσουν όλοι οι άλλοι τομείς της κοινωνίας. Δεν πρόκειται απλώς για αίτημα δικαιοσύνης, αλλά για έναν συνολικό ηθικό άξονα που οργανώνει το σύνολο του πολιτικού λόγου.
Η έννοια αυτή, όμως, εμπεριέχει μια λογική διαίρεσης: καθαροί και ακάθαρτοι, ένοχοι και αθώοι. Το «χαρτί» της διαφθοράς σαν βασικό πολιτικό πρόταγμα συνήθως «παίζεται» για δύο λόγους. Στην καλύτερη περίπτωση λόγω των αυταπατών αυτού που το μεταχειρίζεται και στη χειρότερη για να κρύψει την γενικότερη ταύτιση με το κυρίαρχο αφήγημα.
Η «επιτροπή των σοφών» και η τεχνοκρατική φαντασίωση
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά στη συγκρότηση μιας άτυπης «επιτροπής σοφών» που θα επεξεργαστεί το πρόγραμμα του κόμματος. Η ιδέα ότι μια ομάδα ειδικών, γνώστες του αντικειμένου τους, θα παραδώσει έτοιμες, εμπεριστατωμένες και υλοποιήσιμες λύσεις, παραπέμπει ευθέως σε μια τεχνοκρατική σύλληψη της πολιτικής. Μια λογική «αριστείας» που δεν διαφέρει πολύ με εκείνη της κυβέρνησης.
Το πρόγραμμα δεν εμφανίζεται ως αποτέλεσμα κοινωνικής διαβούλευσης και πολιτικής σύγκρουσης, αλλά ως προϊόν ορθολογικής επεξεργασίας από ειδικούς. Έτσι, η πολιτική βούληση υποκαθίσταται από την «ορθή λύση» και η δημοκρατική επιλογή από την τεχνοκρατική αναγκαιότητα. Η κοινωνία καλείται όχι να αποφασίσει, αλλά να εμπιστευτεί.
Οι στρατιωτικοί, το κράτος και η αφήγηση της αποδόμησης
Η ιδιαίτερη αναφορά στους στρατιωτικούς και στους «παραδοσιακούς τομείς» που δήθεν αποδομούνται για να ιδιωτικοποιηθούν δεν είναι ουδέτερη. Συγκροτεί μια εικόνα κράτους υπό απειλή, όπου θεμελιώδεις πυλώνες εξαφανίζονται σκόπιμα.
Αυτή η αφήγηση ενισχύει μια αυταρχική ευαισθησία: το κράτος ως οντότητα που χρειάζεται προστασία και αποκατάσταση, όχι εκδημοκρατισμό. Η κοινωνία καλείται να συσπειρωθεί γύρω από σύμβολα ισχύος και τάξης, αφήνοντας στο περιθώριο τα κοινωνικά δικαιώματα και τις ανισότητες. Και αυτό μάλιστα σε μια περίοδο που πόροι ακόμα και από τον πρωτογενή τομέα αφαιρούνται για να κατευθυνθούν στον πολεμικό μετασχηματισμό της οικονομίας. Όσο λοιπόν και να «ξορκίζει» κανείς τον διαχωρισμό Αριστεράς και Δεξιάς, οι πολιτικές τοποθετήσεις έχουν πρόσημο ανεξάρτητα από τη βούλησή μας.
Το ολιστικό πρόγραμμα και η άρνηση της πολιτικής επιλογής
Η υπόσχεση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος που «θα τα καλύπτει όλα» αποκαλύπτει μια άρνηση των ίδιων των ορίων της πολιτικής. Κάθε πρόγραμμα, όμως, προϋποθέτει επιλογές, ιεραρχήσεις και συγκρούσεις. Όταν υπόσχεται τα πάντα, στην πραγματικότητα αποφεύγει να δεσμευτεί σε κάτι συγκεκριμένο.
Η φράση «οι πράξεις είναι ανώτερες των λέξεων» ολοκληρώνει αυτή τη λογική. Ο λόγος, η αντιπαράθεση, η δημόσια κριτική υποβαθμίζονται. Όμως χωρίς λόγο δεν υπάρχει λογοδοσία· μόνο αποφάσεις που επιβάλλονται εκ των υστέρων ως αναπόφευκτες.
Το πραγματικό διακύβευμα
Το εγχείρημα της Μαρίας Καρυστιανού αντλεί ισχύ από έναν πραγματικό και αδιαμφισβήτητο πόνο, από μια κοινωνική οργή που ζητά δικαιοσύνη. Όμως η πολιτική μορφή που λαμβάνει συγκροτεί ένα μείγμα βαθιά προβληματικό: ηθικοποίηση της εξουσίας, τεχνοκρατική υποκατάσταση της πολιτικής, προσωποποίηση της αλήθειας, κεντρικότητα της κάθαρσης και καχυποψία απέναντι στον διάλογο και την πολιτική αντιπαράθεση.
Δεν πρόκειται για αναγέννηση της δημοκρατίας, αλλά για μετατόπισή της πολιτικής σε ένα πεδίο όπου η κριτική θεωρείται εμπόδιο και η πίστη προϋπόθεση. Και εκεί, η ιστορική εμπειρία είναι σαφής: όταν η πολιτική ζητά καθαρότητα αντί για κρίση, η κατάληξη δεν είναι η δικαιοσύνη, αλλά ο αυταρχισμός και η πειθαρχία.
Όσο για το «όλοι να είναι καλά» που ανέφερε ως ιδεολογικό πυρήνα του κόμματός της η Μαρία Καρυστιανού, όσο καλοπροαίρετο και αν μοιάζει δεν φτάνει για να καταργήσει τα αντικρουόμενα συμφέροντα που συγκρούονται ανηλεώς στην καπιταλιστική κοινωνία και για να ωφεληθεί το ένα δεν μπορεί παρά να υποχωρήσει το άλλο.
Διαβάστε επίσης:
Ακρίβεια: Έρχεται με άγριες διαθέσεις μαζί με το νέο έτος
Αιμίλιος Χειλάκης: Καλά τα λέει η Ζωή αλλά υπάρχει και πολιτικός πολιτισμός (βίντεο)
Ανδρέας Λοβέρδος: Η Μαρία Καρυστιανού απευθύνεται κυρίως στους ψεκασμένους











