Από το Βιετνάμ στο Ιράκ η ιστορία διδάσκει ότι οι πόλεμοι σπάνια εξελίσσονται όπως σχεδιάζονται. Μήπως τώρα βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πιθανό «Trump-nam»;
Περπατώντας τον καθιερωμένο πρωινό περίπατο, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, τα τελευταία χρόνια δεν ακούω πλέον μουσική από το κινητό μου αλλά ενημερωτικά podcasts. Ένα από αυτά που παρακολουθώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι το The Rest Is Politics, στο οποίο δύο άνθρωποι εγνωσμένης εμπειρίας, ο Άλαστερ Κάμπελ και ο Ρόρι Στιούαρτ, συζητούν την επικαιρότητα με ζωντανό διάλογο και συχνά με διαφορετικές οπτικές.
Ο Άλαστερ Κάμπελ έγινε γνωστός ως ο βασικός υπεύθυνος επικοινωνίας και στενός συνεργάτης του Βρετανού πρωθυπουργού Τόνι Μπλερ. Ο Ρόρι Στιούαρτ υπήρξε διπλωμάτης, βουλευτής και υπουργός της βρετανικής κυβέρνησης, ενώ σήμερα διδάσκει διεθνή πολιτική στο Πανεπιστήμιο Yale. Ο συνδυασμός εμπειρίας και διαφορετικής πολιτικής διαδρομής δίνει στη συζήτησή τους μια ιδιαίτερη αξία.
Τις τελευταίες ημέρες περίμενα με ενδιαφέρον τη συζήτησή τους για το Ιράν. Κυρίως για να ακούσω την οπτική του Κάμπελ, ο οποίος είχε βρεθεί στον πυρήνα της πολιτικής εξουσίας την περίοδο που η Βρετανία στήριξε τον πόλεμο των Ηνωμένων Πολιτειών στο Ιράκ το 2003. Τότε το βασικό επιχείρημα ήταν ότι το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν διέθετε όπλα μαζικής καταστροφής. Ωστόσο, μεταγενέστερες έρευνες —μεταξύ άλλων η έκθεση Chilcot στη Βρετανία και πορίσματα της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας των ΗΠΑ— κατέληξαν ότι οι πληροφορίες που χρησιμοποιήθηκαν για να στηριχθεί η απόφαση του πολέμου ήταν εσφαλμένες ή υπερεκτιμημένες.
Ακριβώς γι’ αυτό αποφάσισα στο άρθρο που διαβάζετε να κάνω κάτι διαφορετικό: να δω πώς αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο μιας νέας σύγκρουσης με το Ιράν άνθρωποι των οποίων η γνώμη έχει για μένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον — δημοσιογράφοι και μεγάλα μέσα ενημέρωσης στην υπόλοιπη Ευρώπη. Διότι, ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη ψύχραιμες δημοσιογραφικές αναλύσεις που βοηθούν να κατανοήσουμε τις διεθνείς εξελίξεις πολύ περισσότερο από τις στιγμιαίες υψηλόφρονες κορώνες πολιτικών που προτιμούν τον εντυπωσιασμό.
Ο Άλαστερ Κάμπελ υποστηρίζει ότι το Ιράν δεν μπορεί να συγκριθεί απλοϊκά με το Ιράκ του 2003. Πρόκειται για μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη με ισχυρή στρατηγική επιρροή στη Μέση Ανατολή. Ο Ρόρι Στιούαρτ, από την πλευρά του, εμφανίζεται πολύ πιο επιφυλακτικός απέναντι σε μια νέα στρατιωτική σύγκρουση. Υπενθυμίζει ότι η εμπειρία του Ιράκ έδειξε πόσο συχνά η Δύση υπερεκτιμά την ικανότητά της να αναδιαμορφώσει πολιτικά και κοινωνικά πολύπλοκες χώρες.
Στην περίπτωση του Ιράν, όμως, υπάρχει ένας ακόμη παράγοντας που καθιστά τη συζήτηση ιδιαίτερα ευαίσθητη: το πυρηνικό του πρόγραμμα. Στο δυσμενέστερο σενάριο, εάν το καθεστώς επιβιώσει από μια τέτοια σύγκρουση, το βασικό μάθημα που θα μπορούσε να αντλήσει θα είναι η ανάγκη επιτάχυνσης της απόκτησης πυρηνικών όπλων, ως το αποτελεσματικότερο μέσο αποτροπής έναντι της Δύσης, συνοδευόμενη πιθανότατα από μια ακόμη μεγαλύτερη πολιτική ριζοσπαστικοποίηση. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια ευρύτερη κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών στη Μέση Ανατολή, καθώς και άλλες χώρες της περιοχής θα επιδίωκαν να αποκτήσουν το ίδιο μέσο στρατηγικής αποτροπής. Το αποτέλεσμα θα ήταν μια ακόμη πιο ασταθής περιφερειακή ισορροπία σε μια ήδη εύθραυστη γεωπολιτική περιοχή.
Η ιστορία της λεγόμενης Αραβικής Άνοιξης ενισχύει την επιφύλαξη απέναντι σε απλές λύσεις. Στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας, πολλοί πίστεψαν ότι η δημοκρατία μπορούσε να εξαπλωθεί σχετικά γρήγορα σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Η πραγματικότητα αποδείχθηκε πολύ πιο σύνθετη. Η Συρία βυθίστηκε στον εμφύλιο πόλεμο και η Λιβύη οδηγήθηκε σε διάλυση κρατικών δομών. Στην Αίγυπτο, οι εκλογές έφεραν στην εξουσία ένα ισλαμιστικό πολιτικό ρεύμα το οποίο πολλοί θεωρούσαν ακραίο. Η παρέμβαση του στρατηγού Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι ανέτρεψε εκείνη την κυβέρνηση και επανέφερε ουσιαστικά τη χώρα σε ένα γνώριμο μοντέλο εξουσίας: η περίοδος Μουμπάρακ είχε τελειώσει, αλλά ένα παρόμοιο καθεστώς πήρε τη θέση της.
Το Ιράν, μια χώρα περίπου 90 εκατομμυρίων κατοίκων που κυβερνάται εδώ και περισσότερα από σαράντα πέντε χρόνια από το θεοκρατικό καθεστώς των μουλάδων, δεν αποτελεί εύκολη υπόθεση για καμία εξωτερική δύναμη. Πρόκειται για ένα κράτος με ισχυρούς κρατικούς θεσμούς, βαθιά ιστορική ταυτότητα και σημαντική γεωπολιτική επιρροή σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, μέσω συμμαχιών, δικτύων και έμμεσων παρεμβάσεων σε πολλές περιφερειακές συγκρούσεις.
Ταυτόχρονα, το εσωτερικό της χώρας δεν είναι πολιτικά στατικό. Τα τελευταία χρόνια επαναλαμβανόμενα κύματα διαμαρτυριών —συχνά με πρωταγωνιστές νέους ανθρώπους και γυναίκες— δείχνουν ότι σημαντικά τμήματα της ιρανικής κοινωνίας αμφισβητούν την κατεύθυνση του καθεστώτος. Ωστόσο, η ισχυρή κρατική δομή και οι μηχανισμοί καταστολής καθιστούν την προοπτική μιας γρήγορης εσωτερικής αλλαγής εξαιρετικά αβέβαιη.
Όσοι λοιπόν αντιμετωπίζουν την πιθανότητα μιας στρατιωτικής επέμβασης ως μια γρήγορη λύση κινδυνεύουν να επαναλάβουν τα λάθη του παρελθόντος. Το βασικό δίλημμα παραμένει το ίδιο: επιχειρεί μια εξωτερική δύναμη να επιβάλει αλλαγή καθεστώτος ή περιμένει τη σταδιακή διαμόρφωση συνθηκών στο εσωτερικό της χώρας;
Οι συνέπειες ενός πολέμου με το Ιράν δεν θα περιορίζονταν στη Μέση Ανατολή. Για την Ευρώπη, η σύγκρουση θα μπορούσε να δημιουργήσει σοβαρές ενεργειακές πιέσεις, αναταραχή στις διεθνείς αγορές και τον κίνδυνο νέων μεταναστευτικών ροών. Και όλα αυτά σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή ήπειρος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις γεωπολιτικές και οικονομικές συνέπειες του πολέμου στην Ουκρανία.
Το άρθρο αυτό δεν επιχειρεί να δώσει μια εύκολη απάντηση στο δύσκολο ερώτημα του πώς μετατρέπεται ένα αυταρχικό καθεστώς σε δημοκρατία.
Από το Βιετνάμ στο Ιράκ η ιστορία έχει δείξει ότι οι πόλεμοι συχνά ξεκινούν με βεβαιότητες και τελειώνουν με ερωτήματα. Αν η ιστορία επαναληφθεί, ίσως κάποτε οι ιστορικοί να αναζητήσουν έναν νέο όρο για να περιγράψουν μια μακρόσυρτη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, ανάλογη με εκείνη του Viet-nam. Θα μπορούσε κανείς να τον αποκαλέσει —έστω και υπαινικτικά— «Trump-nam».









